Thursday, September 28, 2006

13-Tzameti: μεταμοντέρνο προσφυγικό νουάρ

Γοητευτικός νεαρός πρόσφυγας από τη Γεωργία καταφέρνει, κρυφακούγοντας από μια τρύπα της στέγης, όπου δουλεύει, να φτάσει σε μια μυστική τοποθεσία ως ο δέκατος τρίτος παίκτης ενός θανάσιμου παιχνιδιού.

Γοητευτική black and white πρώτη απόπειρα του Gela Babluani να στήσει ένα θρίλερ γύρω από τον πόθο για τα λεφτά, τον τζόγο και τη ζωή. Όταν κυνηγάς το πρώτο, μπορεί να χάσεις το τρίτο, σύμφωνα πάντα με το σκηνοθέτη. Όταν πάλι έχεις το πρώτο και κυνηγάς το δεύτερο, δικαιούσαι να το κάνεις με στυλ, τάζοντας δηλαδή το πρώτο σε όσους το λιγουρεύονται με αντίτιμο τη ζωή τους. Μα, κάπως έτσι δε λειτουργεί η κοινωνία, άλλωστε; Να, εδώ μια πιο εφιαλτική απόδοσή των πικρών αυτών συναλλαγών. Η ταινία χάνει λίγο στα σημεία που καταδεικνύει την κατόπιν εορτής τακτική της αστυνομίας. Ντετέκτιβ καρικατούρες και αστυνόμοι που δεν κάνουν ντα, μάλλον γιατί ο σκηνοθέτης είναι μικρός ακόμη και έχει πίστη στα όργανα τήρησης της τάξης. Ανίκανα μεν, σίγουρα όμως σεβάσμια.

Πλάνα οικογενειακής φτώχειας μας πείθουν για το αγαθό κίνητρο του πρωταγωνιστή, που είναι έτοιμος να αδράξει κάθε ευκαιρία. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, λένε, όμως ο σκηνοθέτης δεν έχει ίχνος ανθρωπισμού για τον νεαρό Γεωργιανό που έπαιξε και κέρδισε και δεν τον αφήνει να τη βγάλει καθαρή. Κρίμα, γιατί κάτι τέτοιο θα χάριζε ένα χαμόγελο ελπίδας στους απανταχού πονεμένους πρόσφυγες(αν βλέπουν σινεμά). Τώρα, τι κι αν ο πρωταγωνιστής είναι ξένος και τα βάζει με Γάλλους; Ο σκηνοθέτης τον θυσιάζει στο βωμό της απληστίας και του εύκολου τέλους. Χαλάει ένα αρτιότατο σενάριο, πραγματικά χρειαζόταν κάτι πιο crispy.

Κατά τ’ άλλα, ο πρωταγωνιστής—που τυγχάνει να είναι και αδερφός του σκηνοθέτη—είναι τόσο καλός που είμαι σίγουρη πως αυτός, αν και πρώτος δεν είναι και τελευταίος του ρόλος. Όλοι οι υπόλοιποι, οι διοργανωτές του παιχνιδιού, οι καταδικασμένοι παίχτες, οι αδίστακτοι προύχοντες τζογαδόροι ακόμη και η μόνη άθλια γυναικεία παρουσία στο ανδροκρατούμενο σπίτι έχουν τη σωστή φάτσα. Επιπλέον, έχουν και όση σκληράδα χρειάζεται, άρα ο σκηνοθέτης ξέρει τι κάνει. Ο φωτογράφος το ίδιο. Ούτε ο μοντέρ πρέπει να μείνει άμοιρος επαίνων. Γενικά, είναι μια ταινία που ενδείκνυται για να μετράς τα σωστά και όχι τα λάθη της. Και αποδεικνύει περίτρανα ότι η noirish ατμόσφαιρα των γαλλικών ταινιών των fifties στο στυλ του Henri-Georges Clouzot και των υπολοίπων είναι πάντα επίκαιρη και βγαίνει πάντα κερδισμένη.

Sunday, September 24, 2006

Ρόλος για μοίρασμα

Ένας θεατρικός ή κινηματογραφικός ρόλος έχει συχνά τόσες πτυχές, περίπου όπως και ένας πραγματικός χαρακτήρας στην καθημερινή ζωή. Ο πολυδιάστατος ρόλος είναι άλλωστε ο μόνος επιτυχημένος και περιζήτητος από τους απανταχού ηθοποιούς. Γυναίκες και άντρες αποζητούν να τους προταθεί ένας τέτοιος ρόλος που θέλει πολύ δουλειά, εύπλαστη εξωτερική εμφάνιση και υποκριτικές ικανότητες άξιες για Όσκαρ. Ενώ όμως οι ηθοποιοί θα ήθελαν να φέρουν στους ώμους τους το βάρος κάποιων απαιτητικών ρόλων, συχνά, ο σκηνοθέτης επιλέγει να δώσει σε έναν και μόνο χαρακτήρα περισσότερες από μίας μορφές, ανάλογες με την πολυπλοκότητά του. Αυτό το μοίρασμα του ρόλου συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά σε γυναικείους ρόλους, όπως φαίνεται από τα παραδείγματά μου. Η εναλλαγή αυτή δεν προσπαθεί να καμουφλαριστεί, αντιθέτως θέλει να επισύρει την προσοχή συχνά υπερβολικά επάνω της. Πόσο αλλάζει η εμπειρία του θεατή λόγω αυτής της τακτικής; Επιτυγχάνει, τελικά το σκοπό της;

Ευαισθησία, ταμπεραμέντο ή θυμός μπορούν να συνυπάρχουν σε ένα και μόνο άτομο, ίσως όμως η υποκριτική απόδοση του ενός συναισθήματος να μην φαντάζει τόσο δυνατή όσο τα υπόλοιπα, γιατί δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία της ηθοποιού. Ενίοτε ο χρόνος που περνάει μεταξύ των σκηνών αλλάζει εσωτερικά ή και εξωτερικά το χαρακτήρα σε μεγάλο βαθμό. Ευκολότερα αποδίδονται αυτές οι αλλαγές με εναλλαγή της ηθοποιού—πράγμα που επιτρέπει λιγότερο δούλεμα, όμως και μικρότερο ρόλο στις δύο ή παραπάνω ηθοποιούς.

Αυτή η εναλλαγή, κάτι σαν multi-casting, είναι λίγο-πολύ συνηθισμένη. Δεν αντιμετωπίζεται καν σαν καινοτομία. Ήδη ο Bunuel θεώρησε καλό να επιλέξει δυο διαφορετικές ηθοποιούς να παίζουν εναλλάξ τις σκηνές στο Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου-The Obscure Object of Desire. Η λεπτεπίλεπτη και ολίγον απόμακρη εκδοχή της Carole Bouquet αποδίδει άριστα την αθωότητα και τη συστολή των δεκαοχτώ χρόνων της νεαρής Concita που κατοικεί στο Παρίσι. Η φλογερή φύση και η ισπανική καταγωγή της όμως, αποδίδεται πολύ καλύτερα από την παιχνιδιάρα και με πιο έντονα χαρακτηριστικά συμπρωταγωνίστριά της Angela Molina, που χορεύει φλαμένκο και ξεμυαλίζει τους άντρες. Η πρώτη αντιστέκεται στα διαβήματα του ερωτοχτυπημένου μεσήλικα, η δεύτερη είναι πάντα έτοιμη να ενδώσει, μέχρι που η σκηνή κόβεται και η ηθοποιός αλλάζει και πάλι σε ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι. Όχι άσχημος τρόπος να δείξεις δυο πλευρές ή μάλλον το ακατανόητον της γυναικείας ψυχής, όσο και αν παρεμποδίζει την ταύτιση—αυτό όμως δεν είναι το ζητούμενο.

Ο Μιχαηλίδης έκανε το ίδιο στην παράσταση της Lulu του Βέντεκιντ (τη δεύτερη, χωρίς την Καρυοφυλλιά, απόπειρα) που ανέβασε στο Ανοιχτό Θέατρο κάμποσα χρόνια πριν. Αντί για μία, πέντε διαφορετικές Λούλου. Μια άγουρη, σχεδόν πριν ανακαλύψει τη δύναμη της σεξουαλικότητάς της. Μια απειλούμενη, μια αδίστακτη, μια αριστοκρατική και μια εξαθλιωμένη. Λειτούργησε άψογα τότε, αλλά είτε ο χρόνος που πέρασε, είτε αυτή και μόνο η εναλλαγή πρωταγωνίστριας σε κάθε σκηνή με έκανε να λησμονήσω κάθε ένα διαφορετικό πρόσωπα της Λούλου. Αναγκαστικά, μου έμειναν μόνο όσες μου έκαναν περισσότερη εντύπωση, λόγω του παιξίματος ή της φυσιογνωμίας τους.

Εσχάτως είδα την πιο ακραία εκδοχή της παραπάνω αρχής του μοιράσματος του ρόλου. Εμπνευστής της ο Todd Solondz. Η ταινία Palindromes περιγράφει αποκλειστικά τις περιπέτειες μιας δεκατριάχρονης νεαρής και θίγει θέματα όπως η παιδική εγκυμοσύνη και η έκτρωση. Θέματα παγκόσμια και διαχρονικά που για να καταδειχτούν ως τέτοια έπρεπε να μην περιοριστούν στην αποκρυστάλλωση του χαρακτήρα σε μια και μόνο ηθοποιό. Τέσσερις κοπέλες και ένα αγοράκι ενσαρκώνουν εναλλάξ το ρόλο της Αβίβα. Εδώ όμως, δεν υπάρχουν διαφορετικές πτυχές του χαρακτήρα, που παραμένει σχηματικός και επίπεδος. Η λογική ότι αυτά συμβαίνουν ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής τάξης, φυλής ή εξωτερικής εμφάνισης δίνει το ελεύθερο στο Solondz να μοιράσει στα οχτώ το ρόλο. Εδώ πια η ταύτιση όχι μόνο είναι αδύνατη, αλλά και η συμπάθεια προς το ρόλο είναι εντελώς απούσα, αφού δεν πορευόμαστε μαζί του παραπάνω από λίγα λεπτά. Κανένα πάθος της δεν είναι ακριβώς δικό της, απλώς η μια ηθοποιός το κάνει πάσα στην άλλη σα μπάλα ποδοσφαίρου. Η φοβισμένη ηρωίδα δεν αλλάζει ούτε εκφορά λόγου, εδώ, αντίθετα με τις παραπάνω περιπτώσεις, γίνεται μεγάλη προσπάθεια συνέπειας της απόδοσης του ρόλου, για να διατηρηθεί όπως-όπως η αίσθηση συνέχειας. Απόλυτη αποστασιοποίηση είναι το αποτέλεσμα, το εύρημα μας τραβάει μέσα του και στο τέλος βρισκόμαστε να αναρωτιόμαστε ποια θα είναι η ενσάρκωση της πρωταγωνίστριας στη συνέχεια.

Αυτό το παιχνίδι της εναλλαγής έχει σίγουρα πολύ ενδιαφέρον. Αισθάνεσαι ότι πέτυχες μ’ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού με μια και μόνο παράσταση ή ταινία μυείσαι στην υποκριτική προσέγγιση παραπάνω από ενός ηθοποιού. Όταν όμως ο ρόλος γίνεται παζλ πολλών κομματιών, τότε οι συμβάσεις καταδεικνύονται τόσο που η ισορροπία τραντάζεται επικίνδυνα. Ο ρόλος δεν είναι πια αληθοφανής, αλλά ολότελα φανταστικός και όλα μοιάζουν ένα επιδέξιο παιχνίδι και όχι απαραίτητα αποτύπωση πολύπλευρου χαρακτήρα ή διαχρονικότητας καταστάσεων.

Wednesday, September 13, 2006

G.Ο.R.A. ή πως ένας Τούρκος κάνει τους εξωγήινους άνω-κάτω


Η Ελλάδα ως μικρή χώρα στο χάρτη δεν έχει καταφέρει να φτάσει ακόμη μέχρι το διάστημα. Ούτε και η Τουρκία βέβαια. Παρόλο όμως που κυριολεκτικά ούτε κουβέντα να γίνεται για Τούρκους στο διάστημα, οι δυο ενδεχομένως συγκρουόμενες έννοιες Τούρκος και διάστημα ταιριάζουν μια χαρά στην κινηματογραφική επιτυχία G.Ο.R.A.(2004) Φτιαγμένη με περισσή μαεστρία και το υψηλότερο budget για τουρκική ταινία, αυτή η κωμωδία επιστημονικής φαντασίας πούλησε τον αστρονομικό αριθμό στη χώρα της, αλλά μόνο εκεί...Η ιδέα όμως έχει τόση πλάκα, που αναρωτιέμαι γιατί εμείς γιατί δεν κάνουμε κι εμείς τίποτα ανάλογο Πέμπτου Στοιχείου. Είμαι σίγουρη πως με τη Ματσούκα στο ρόλο της Yovovic και τον Κιμούλη ως σωτήρα Bruce Willis θα είχε μεγάλη επιτυχία.

G.Ο.R.A. ονομάζεται ένας πλανήτης που κατοικείται από ανθρωπόμορφους εξωγήινους και κανένας γήινος δε γνωρίζει την ύπαρξή του. Κανένας τουλάχιστον από όσους μένουν στην γη, γιατί τα μιλιούνια απαχθέντων γήινων που είναι φυλακισμένοι στον πλανήτη, αυτοί γνωρίζουν τα πάντα, αλλά δεν μπορούν να μεταδώσουν την πικρή γνώση τους. Ο βασιλιάς του πλανήτη έχει κύριο μέλημά να παντρέψει τη μοναχοκόρη του Princess Ceku-Ozge Ozberk με τον κατάλληλο Γκοριανό για να έχει άξιο διάδοχο. Όμως ο στρατηγός Logar-τον οποίο υποδύεται ο σεναριογράφος Cem Yilmaz-έχει βάλει στο μάτι τον πλανήτη και την κόρη και επιπλέον μισεί τους γήινους και είναι υπεύθυνος για την αιχμαλώτισή τους.

Ο Arif-πάλι ο Cem Yilmaz είναι ένας Τούρκος απατεωνάκος. Προσπαθεί να πουλήσει πλαστές φωτογραφίες με ιπτάμενους δίσκους, κάνει ξεναγήσεις σε σπηλιές με φρεσκοβαμμένες βυζαντινές τοιχογραφίες για να προσελκύσει τους τουρίστες παραδίπλα στο μαγαζί του που πουλάει χαλιά. Σε μια ανύποπτη φάση, ενώ νόμιζε ότι θα πουλήσει χαλιά στον Πρίγκιπα Κάρολο, τον απήγαγαν οι Γκοριανοί και τον μετέφεραν στον πλανήτη τους.

Κάπου εκεί, αρχίζει μια θεοπάλαβη περιπέτεια με απρόσμενη κατάληξη. Ο Τουρκάκος αποδεικνύεται εθνοσωτήρας και καρδιοκατακτητής, ο στρατηγός μεγάλος προδότης και η ταινία διασκεδαστικότατη, τουλάχιστον μέχρι τη μέση. Βρίθει αστείων που στηρίζονται σε στερεοτυπικές αντιλήψεις και τα σχετικά, το είδος των αστείων που ευκολότερα καταλαβαίνουν οι Έλληνες από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Δυστυχώς, το σύνηθες κακό πολλών ταινιών δεν λείπει ούτε από δω: τα αστεία αρχίζουν να γίνονται βαρετά και να κουράζουν με την ατέλειωτη επανάληψη. Το πολύ το κυρελέησον το βαριέται κι ο παπάς...

Βέβαια, αυτό που κουράζει είναι ταυτόχρονα και το πιο θαρραλέο. Δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις παρωδία χολιγουντιανών ταινιών επιστημονικής φαντασίας σε τουρκική έκδοση. Κυριολεκτικά, απ’ όλα έχει ο μπαχτσές: Fifth Element, Matrix, Πλανήτη των Πιθήκων, Crouching Tiger, Hidden Dragon και δε συμμαζεύεται. Αυτή η αναφορικότητα, άλλωστε, πιστοποιεί ευχάριστα ότι η νέα γενιά Τούρκων σκηνοθετών έχει κρίση, χιούμορ και πίστη στον κινηματογράφο, αφού η ταινία φαίνεται να θεωρεί δεδομένο ότι το κοινό της γνωρίζει τις παραπάνω ταινίες. Ο Omar Faruk Sorak δεν έκανε καθόλου άσχημα που ασχολήθηκε με κάτι τόσο κουλό. Ίσως την επόμενη φορά να δουν την προσπάθειά του πιο θετικά και προς Ευρώπη μεριά...

Δείτε εδώ: http://www.gorafilm.com/_eng/index.asp

Tuesday, September 05, 2006

My dear deadline

Όπως το dead end, δηλαδή το αδιέξοδο, έτσι και το deadline, η τελική ημερομηνία για υποβολή αιτήσεων, παράδοση έργων, εργασιών κτλ. θεωρεί υποχρέωσή της στα αγγλικά να έχει πρώτο συνθετικό της τη λέξη νεκρός. Κανείς δεν πέθανε ποτέ επειδή δεν πρόλαβε να αποτελειώσει κάποια παραγγελία πριν αυτή τη νεκρή γραμμή, αλλά η λέξη από μόνη της φαντάζει νεκροφόρα που βγαίνει βόλτα σε γιορτινή πόλη. Ειδικά σε όσους έχουν εμπειρία από καταστάσεις που ενέχουν deadlines, η λέξη αναπάντεχα κόβει την ανάσα, και δυστυχώς όχι από έξαψη.

Οι ιδέες δεν έχουν όλες τον ίδιο χρόνο επώασης, οι προσωπικότητες δεν έχουν όλες τον ίδιο χρόνο συγκρότησης. Γιατί λοιπόν να μην επιλέγει ο καλλιτέχνης ( ή συγγραφέας, σκηνοθέτης κτλ.) πόσο χρόνο χρειάζεται; Κάποιοι το κάνουν. Ο Ozon κάνει ταινία κάθε χρόνο--χωρίς κανείς να τον πιέζει--μόνο γιατί δεν αντέχει να πολυκαιριάζουν τα project του, τα βαριέται. Ο Καζαντζάκης πάλι έγραφε την Ασκητική του μια ζωή--όχι ότι έφτασε απαραίτητα στην τελειότητα.

Η περίοδος ωρίμανσης των έργων τέχνης είναι αρκετά μεγαλύτερη από αυτή που ορίζουν όσοι τα εμπορεύονται. Απουσία ή απώλεια έμπνευσης, όπως και να λέγεται, από writer’s block ή φόβο του λευκού χαρτιού μέχρι την αίσθηση ότι κάποιος στέρεψε και δεν έχει άλλο να δώσει, όλα ουσιαστικά προκαλούνται ή εντείνονται από τον φόβο των deadlines, τη γνώση ότι δεν είσαι κύριος του χρόνου σου και δεν επιλέγει το έργο σε πόσο καιρό να γεννηθεί, αλλά ο εκδότης ή ο παραγωγός ή ο γκαλερίστας σου. Και όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να διακινήσουν τον βγαλμένο με το τσιγκέλι δημιουργικό πόνο σου και να κερδίσουν απ’ αυτόν. Τελικά, ακούγεται αστείο, αλλά ισχύει: τα βδελυρά deadlines κυριολεκτικά προάγουν τον καπιταλισμό.

Σε τι ρυθμούς θα κινούνταν ο κόσμος των τεχνών και των γραμμάτων δίχως deadlines; Τα παγκόσμια αποθέματα άγχους θα ήταν σίγουρα λιγότερα χωρίς αυτά. Οι σκέψεις στριφογυρίζουν και μεταλλάσσονται, η δημιουργικότητα δε θα έμενε συγκεντρωμένη σε κανένα καταραμένο project, αν δεν ενείχε ο κίνδυνος του deadline. Οι συγγραφείς θα δούλευαν χρόνια πολλά τα βιβλία τους και πιθανόν αρκετά να μην τα εξέδιδαν ποτέ. Οι ζωγράφοι, οι γλύπτες, οι αρχιτέκτονες θα άφηναν μισοτελειωμένα έργα «προς παράδοσιν», γιατί χωρίς το κατάλληλο mood δε μπορεί να μπει η σωστή πινελιά. Χιλιόμετρα φιλμ θα έμενε τυλιγμένο στις μπομπίνες του χωρίς το φως να ελευθερώσει τις εικόνες του στο πανί. Θα ήταν άραγε τα αριστουργήματα περισσότερα ή λιγότερα τότε; Ή μήπως όλα θα έμεναν ημιτελή, ως αυθόρμητα αλλά βραχέα σπινθηροβολήματα ευφυίας;