Wednesday, June 28, 2006

L' Enfer

**

Μετά από μακροχρόνια απουσία, έναν επιτυχημένο γάμο που τον έκανε να δει με άλλο μάτι αυτό το project (που του είχε προταθεί προ πολλού και το είχε απορρίψει) και από κάποια ανέμελα χρόνια ζωής στο Παρίσι, ο Danis Tanovic αποφάσισε τελικά να το αναλάβει το διαολεμένο το σενάριο. Βασισμένο σε μια ιδέα του Κισλόφσκι και γραμμένο τελικά από το σεναριογράφο του Piesewicz, είναι μέρος μιας ευρύτερης ιδέας να γυριστεί μια τριλογία βασισμένη στην Θεία Κωμωδία του Δάντη (Κόλαση, Καθαρτήριο,Παράδεισος).

Η ταινία είναι μια εμβριθής μελέτη στην ανθρώπινη ψυχολογία και την ικανότητα να πιστεύουμε, να εμπιστευόμαστε, να συγχωρούμε, να μετανιώνουμε, εν ολίγοις να επικοινωνούμε. Γιατί, ούτε η δικαιοσύνη ούτε και η θεία δίκη είναι αρκετές. Είμαστε, δυστυχώς, μόνοι μας στην κόλαση που φέρνουν τυχαία και κυρίως ατυχή γεγονότα και μόνο μέσω της επικοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων μπορούμε να βγούμε απ’ αυτή.

Τρεις αδερφές, εντελώς διαφορετικές η μια από την άλλη και με τελείως διαφορετικά προβλήματα βρίσκονται σχεδόν συγχρόνως αντιμέτωπες με καταστάσεις που είναι ανήμπορες να ξεπεράσουν. Μια ποιητική εισαγωγική σεκανς μας υποδεικνύει το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ταινία: ο πατέρας βάζει πίσω στη φωλιά το νεοσσό, δείγμα του πόσο ενδιαφέρεται για την οικογένεια και την διατήρησή της. Όταν τελικά το νήμα αρχίζει να ξετυλίγεται, καταλαβαίνουμε τι προξένησε την αναπόφευκτη αποξένωση των τριών αδελφών μεταξύ τους και από τη μητέρα τους. Καμιά τους δεν μπορούσε να συγχωρήσει, δε μπορούσε να καταλάβει ή έστω να ξεχάσει το παιδικό τραύμα. Όλοι ζητούσαν εναγώνια εξήγηση, η τυραννική εξήγηση δίνεται σε ανύποπτο χρόνο από τον ηθικό υπαίτιο που εμφανίζεται ως από μηχανής θεός και η κόλαση της μοναξιάς δίνει τη θέση της στην επανένωση που είναι η αρχή του Παραδείσου τους.

Δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη – γιατί, δεν παύει να είναι μια κάπως γήινη ιστορία γεμάτη κλισέ- καταφέρνει να ξεπεράσει σε μεγάλο ποσοστό τις παγίδες που στήνει το σενάριο. Ένα σενάριο που χαραμίζεται κυρίως στην ανάλυση του αγαπημένου θέματος των γαλλικών ταινιών(και εδώ οι βασικοί συντελεστές είναι γάλλοι, γαλλοτραφείς ή με πλούσιες γαλλικές επιρροές εν πάσει περιπτώσει) τα προβλήματα μέσα στα ζευγάρια και την οικογένεια. Η απιστία κρατάει τη σημαία, ιδωμένη όμως από πολλές διαφορετικές πλευρές, μέσα σε τρία ζευγάρια. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και στοιχειώνει τις δυο αδελφές, με την τρίτη να διαλέγει έναν εντελώς μοναχικό δρόμο. Αναφορές στη Μήδεια, την απουσία θεού και διάφορα άλλα υπάρχουν μόνο για τη χαρά της πολλαπλών επιπέδων, μολονότι παραμένουν στεγνές ξεκάρφωτες αναφορές.

Με καλή και κάτι παραπάνω από ταιριαστή μουσική που έγραψε ο ίδιος ο Tanovic σε συνεργασία με το Dusko Segvic, η οποία προϋπήρχε ορισμένων σκηνών, με αποτέλεσμα να δομηθούν αυτές πάνω στο μουσικό θέμα, όπως η σκηνή στο ξενοδοχείο με τη γυριστή σκάλα και τη Beart χαμένη στο ελικοειδές σχήμα της, η ταινία αποτελεί συγχρόνως ευχάριστο άκουσμα.

Άλλο ένα ατού είναι φυσικά το λαμπερό καστ: Emmanuelle Beart, Karin Viard, Marie Gillain, Carole Bouquet. Το μοντάζ είναι εκπληκτικό με άπειρες έξυπνες αλλαγές κάδρων και αντιθέσεις οριζοντίων και καθέτων δυναμικών γραμμών. Φοβάμαι όμως ότι όλη αυτή η υπερχείλιση γνώσης, τεχνικής και φαντασίας θα μπορούσε να έχει βρει καλύτερη επένδυση από αυτό το σενάριο. Αν όμως το δω πιο θετικά, ειλικρινά, δε θέλω ούτε να σκέφτομαι πόσο κακή ταινία θα μπορούσε να γίνει από αυτό το σενάριο, δίχως την ευρηματικότητα του Tanovic.

Thursday, June 22, 2006

Francois Ozon σε μισώ!

Ένας «φίλος» μου επιμένει ότι έχω μια περίεργης υφής αδυναμία: to fall for gay men. Νομίζει, μάλιστα, ότι όταν βλέπω το Francois με τέτοιες θερμοκρασίες με πιάνουν κάψες και πρέπει να πηγαίνω για τρέξιμο για να ξεδώσω. Δε φαντάζεστε πόσο τραβηγμένα μου φαίνονται όλα αυτά, ειδικά τώρα, ειδικά για το συγκεκριμένο κακομαθημένο σκηνοθέτη-σταρ. Γιατί, όχι μόνο δε μου προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση, αλλά τώρα τελευταία άρχισα να τον μισώ κιόλας.

Για να εξηγηθώ, νομίζω ότι είναι η δυστυχής κατάληξη κάθε απόπειράς μου να ενσκήψω με ευλάβεια σε ένα οποιοδήποτε θέμα που σχετίζεται με κάποιο αντρικό πρόσωπο που ασχολείται με το επάγγελμα. Ειλικρινά, δε θυμάμαι να μου χει συμβεί με γυναίκα. Αυτές, είτε τις μισώ είτε τις αγαπώ εξαρχής, και η πρώτη εντύπωση δύσκολα αλλάζει. Οι σκηνοθέτες όμως είναι κάτι σαν μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλά με άρωμα ρίγανης. Το βλέπεις θελκτικό, αποτολμάς να το μυρίσεις και απογοητεύεσαι από τη μπανάλ ευωδιά...

Ο François Ozon άρχισε να ακούγεται με τις προκλητικές μικρού μήκους ταινίες του. Οι εμμονές του άρχισαν να βγαίνουν στο φως πολύ σύντομα, με το που μπήκε στη σχολή δηλαδή. Φανταστείτε τι τράβηξαν εκεί στη Femis με τις πατροκτονίες, τις μητροκτονίες και τα τρίο με υπηρέτριες. Μετά το Victor, όπου διαδραματίζονται τα παραπάνω—με προάγγελο το ακόμη παλιότερο πόνημά του σε super8 Photos de Famille—παρόμοια θέματα ανέλυσε στο Sitcom και αλλού και...έπεται συνέχεια.

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρων οι κότες, λέει μια παροιμία, αλλά εγώ που επέλεξα εντελώς ξαφνικά να αλλάξω το θέμα έρευνάς μου και να ανακατευτώ αντί με κάτι ελληνικό, θηλυκό και οικείο σε κάτι γαλλικό, queer και άπιαστο, περιμένω να με φάνε οι μεταμοντέρνες και δη κενές ανησυχίες. Άρχισα να ψάχνω με μεγάλη όρεξη να βρω το σεντούκι με τα χρυσά φλουριά και βρίσκω...σοκολατάκια τζοκόντα. Έψαχνα, με προτροπή άλλου καλοθελητή, για πεπαλαιωμένο μισογυνισμό, και με δική μου πρωτοβουλία για τάση του Ozon να σπάει τα ταμπού, να κριτικάρει τη μπουρζουαζία, να φέρνει τα πάνω-κάτω και να προτιμάει να ασχολείται με τη δημιουργία περίπλοκων γυναικείων, και όχι αντρικών, χαρακτήρων. Αν όντως ήταν έτσι, θα μπορούσα τουλάχιστον να τον συμπαθήσω για το σχετικά επαναστατικό, όχι απαραίτητα πρωτοπόρο, πνεύμα του.

Εντελώς απρόσμενα, άρχισα να βρίσκω άλλα πράγματα. Παιχνιδιάρικη διάθεση, εκλεκτικισμός, ανακάτεμα κινηματογραφικών ειδών, ειρωνεία και αυτο-αναφορικότητα, πολυεπίπεδα κείμενα και εικόνες για διεστραμμένους σινεφίλ. Η επιδημία του μετα-μοντερνισμού εξαπλώνεται ύπουλα, όχι όμως στην καλύτερή της έκφανση. Ενώ όλα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν κάπου, να υπάρχει τελοσπάντων και ένα κάποιο συμπέρασμα, αυτό που βασανιστικά φοβάμαι, βλέπω ότι συμβαίνει. Ωραίες οι ταινίες του Ozon, καλή η εμμονή του με την ευχαρίστηση—φιλμική και μη—αλλά μέχρι εκεί. Ζήτω η επιφάνεια! τολμώ να ανακράξω. Μακάρι να υπήρχε και ουσία για να ασχοληθώ μαζί της. Μακάρι να τη βρω ψάχνοντας. Αλλά ήδη μου θυμίζει όλο αυτό την ιστορία με τους εικονολάτρες και τους εικονομάχους. Ο αγαπητός Francois ερωτεύτηκε τις εικόνες τόσο πολύ, που τις έκανε είδωλα και τις λατρεύει for their own sake. Οι εικόνες του δεν έχουν ψυχή ούτε σκιά, είναι μαγευτικές αλλά ανούσιες, τελικά.

Tuesday, June 13, 2006

LONDON or it is a journey to the end of the world

“A catalogue of modern miseries. With its fake traditions, its Irish war, its militarism, and secrecy, its silly old judges, its hatred of intellectuals, its ill-health and bad food, its sexual repression, its hypocrisy and racism. And its indolence. It’s so exotic. So home-made.”

Ένας Άγγλος ύστερα από 7 χρόνια απουσίας, γυρίζει στο πολυαγαπημένο του Λονδίνο ύστερα από προτροπή του φίλου του Robinson. Φανταστικά πρόσωπα και οι δύο, ανήκουν σε μια τάξη intellectuals και flaneurs που μισούν την πολιτική σκηνή της Αγγλίας και αποζητούν να βρουν λύση σ’ αυτό που ονομάζουν “the problem of London”. Τριγυρίζουν σε όλο τον Λονδίνο και παραπονιούνται ή σχολιάζουν εύστοχα με αφορμή αγάλματα, σπίτια που κάποτε κατοικήθηκαν από ποιητές και πολιτικά συμβάντα.

Αν είσαι ευτυχισμένος τουρίστας, πιθανόν να μην καταλάβεις ότι το επονομαζόμενο “the problem of London” πράγματι υπάρχει. Ο Patrick Keiller πάντως το εντόπισε ήδη το 1992, τη χρονιά της επανεκλογής του John Major και των βομβαρδισμών του IRA. Άλλοι είναι αυτοί που βάζουν τις βόμβες αυτό τον καιρό, αλλά αυτό δεν είναι παρά μια μικρή λεπτομέρεια. Το πρόβλημα επιμένει, πλανάται πάνω από τον Τάμεση και αφήνει παντελώς αδιάφορους μόνο τους γλάρους που κρώζουν εκδικητικά πάνω από τα νερά του.

Καυστική αφήγηση που την αισθάνεσαι μέχρι μεδούλι κυρίως αν ζεις ή έζησες εδώ. Αν σκοπεύεις να ζήσεις, τότε σίγουρα δε θα δώσεις βάση, γιατί το Λονδίνο ξέρει καλά να προστατεύει τη φήμη του και να παρουσιάζεται ως άλλος παράδεισος στα όνειρά μας.

Το κέντρο και τα προάστεια, η βασιλική φρουρά με τα γελοία καπέλα, αγροτικές τοποθεσίες και μια αγελάδα να βόσκει, όλα χώρεσαν μέσα σε 82 λεπτά. Πολλά έχουν αλλάξει και η απουσία του Eye of London είναι η πιο ανησυχητική. Μια περίεργη ιδέα και λίγες μέρες σχεδιασμού και κατασκευής έφτασαν για να αλλάξουν εντελώς τη θέα από αρκετές γέφυρες του Τάμεση, κυρίως τη Waterloo και Hungerford Bridge που το αντικρύζουν. Αυτό που έλειπε το ‘92 είναι τώρα το κατεξοχήν Λονδρέζικο trademark και η κραυγαλέα απόδειξη της έντασης που δημιουργείται όταν μια πόλη κοπιάζει πολύ να δημιουργήσει κάτι πέρα από τη κάπως βαρετή ιστορία του και τα μουντά κτίρια και τους τεράστιους όγκους τους και τα δαντελωτά περιγράμματα.

Σταθερή κάμερα, αριστοτεχνικό καδράρισμα, μακάρι η ζωή στο Λονδίνο να ήταν έστω τόσο όμορφη όσο σ’ αυτό το ντοκυμαντέρ. Γιατί εύκολη, φτηνή, ηλιόλουστη, ελεύθερη ή χαρούμενη δεν είναι, όλα αυτά μας τα αποκλείει ο ρεαλιστής σκηνοθέτης-σεναριογράφος, που είναι ακόμη πιο θαυμαστός για το κουράγιο του να αντιμετωπίσει και να εκθέσει τη θλιβερή πραγματικότητα παρόλο που είναι Άγγλος ο ίδιος. Ακόμη πιο διασκεδαστικό είναι να ακούμε τον Paul Scofield, στο ρόλο του αφηγητή, να αρθρώνει χαιρέκακα και άνετα προτάσεις τόσο βαριές όσο οι πέτρες του Stonehenge. Κλείνω με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα( όπως ακριβώς άρχισα).

“London is under siege from a suburban government who uses homelessness, pollution, crime and the most expensive and run down public transport system of any metropolitan city in Europe as a weapon against Londoners’ lingering desire to the freedoms of city life.”

Saturday, June 10, 2006

Royal Academy of Arts: Summer Exhibition 2006, ο Έλληνας Andreas και τα μπισκότα

Η Royal Academy of Arts είναι αρκούντως γνωστή, πιστεύω, για να μη χρειάζεται συστάσεις. Ένα ίδρυμα που εκκολάπτει τέχνη και καλλιτέχνες κάπου 250 χρόνια τώρα! Από το 1768 που ιδρύθηκε από το Sir William Chambers για…λόγους προσωπικής κόντρας η Βασιλική Ακαδημία των Τεχνών είναι από τα κορυφαία καλλιτεχνικά ιδρύματα στην Αγγλία, μαζί με την Tate Gallery και τη National Gallery.

Η Ακαδημία είχε αρκετά ονομαστά μέλη, μεταξύ άλλων τους: Gainsborough, Fuseli, Turner, Constable, Millais, Blake—και τώρα πιο πρόσφατα το Hockney. Φυσικά, όπως φαίνεται από τα ονόματα, συγκεντρώνει καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται στην Αγγλία και φιλιώνει πρωτοποριακές και συντηρητικές τάσεις. Ευσταθής ισορροπία του παλιού και του νέου.

Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα για την καλλιτεχνική ζωή του Λονδίνου—και για την κοινωνική, αν κρίνω από το προχτεσινό πάρτυ έναρξης όπου παρήλασε η Claudia Schiffer και άλλοι σταρ—είναι η Summer Exhibition της Ακαδημίας. Γίνεται ανελλιπώς κάθε χρόνο, φέτος είναι η 238η φορά, και κομπάζει ότι είναι η μεγαλύτερη ανοιχτή έκθεση σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Συγκεντρώνει περί τα 1500 έργα κάθε χρονία που ανήκουν σε 5 κατηγορίες: ζωγραφική, printmaking, φωτογραφία, γλυπτική και αρχιτεκτονική.

Ας μην κουραζόμαστε όμως με ανούσιες λεπτομέρειες. Η Summer Exhibition 2006 ανοίγει για το κοινό από τις 12 Ιουνίου μέχρι τις 20 Αυγούστου και είναι ένα must για τους φιλότεχνους που θα βρεθούν στο Λονδίνο αυτό τον καιρό, όχι μόνο γιατί θα έχουν την ευκαιρία να δουν ένα υπερμέγεθες γλυπτό του Hirst στην αυλή της έκθεσης, ούτε επειδή θα δουν έναν αδιάφορο πίνακα της Tracy Emin, αλλά γιατί θα μπορούν να θαυμάζουν ένα πρωτοποριακό έργο του νέου Έλληνα καλλιτέχνη Ανδρέα Παπαναστασίου. Η μόνη ελληνική συμμετοχή (δε μετράω δυο-τρεις κυπριακές) —κονταροχτυπήθηκαν σχεδόν 10.000 έργα για να επιλεγούν μόνο τα 1.326— μας κάνει περήφανους για ένα ακόμη λόγο: είναι η μοναδική που εξερευνεί υλικά τόσο πρωτοποριακά όσο...τα μπισκότα!

Το έργο του Andreas είναι ένα φαγώσιμο γλυπτό από κάθε άποψη. Φτιαγμένο με rich tea biscuits (μπισκότα για το τσάι, στην Αγγλία βρισκόμαστε!) και αλευρόκολλα, σίγουρα δε θα σας χαλάσει το στομάχι αν το...καταβροχθίσετε. Ο καλλιτέχνης μας είπε ότι το έργο του θέλει να δημιουργήσει, όμως, άλλους συνειρμούς. Με τον τίτλο Human Sexuality και το σχήμα του που μοιάζει με ρίγος, το έργο κάνει αναφορά στα πρώτα στάδια του ανθρώπου που σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία γεφυρώνουν το φαγητό, μέσω της αφόδευσης, με τη σεξουαλική ευχαρίστηση. Τα νέα σχέδια του Andreas περιλαμβάνουν περαιτέρω πειραματισμό με ανάλογα αντισυμβατικά και αναλώσιμα υλικά. Μας εκμυστηρεύθηκε: «Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το φαγητό, όχι μόνο ως εναλλακτικό υλικό κατασκευής, αλλά κυρίως ως έννοια». Περιττό να σας πω, δε του φαίνεται καθόλου—η εξαιρετικά ψιλόλιγνη φιγούρα του πιο πολύ το αντίθετο μαρτυρά! Περιμένουμε ανυπόμονα να εκθέσει και στα πάτρια εδάφη.

Περισσότερα για την Ακαδημία και την Έκθεση:

Sunday, June 04, 2006

Transvergence: το alien species είναι εδώ

“transvergence recognises true statements to be islands in an alien archipelago, sometimes only accessible by leaps, flights, and voyages on vessels of artifice.”

Marcos Novak

Παρόλες τις ενστάσεις ως προς την ανούσια ή μη λεξιπλασία του Novak, εγώ δεν έχω ακούσει τελευταία τίποτα πιο μεγαλοφυές απ’ αυτό. Όσο ασαφές, άπιαστο και ουτοπικό κι αν φαίνεται. Δε ξέρω για την αρχιτεκτονική—που όπως και να το κάνουμε υπάρχει εκτός των άλλων για να εξυπηρετεί και εργονομικές αναζητήσεις—, αλλά για την τέχνη η διαπαρύφωση θα φέρει την επανάσταση(ή έτσι θέλω να ελπίζω). Δε σας είπα όμως ποτέ τι είναι ακριβώς αυτό...

Transvergent είναι κάτι που δεν έχει ούτε κυκλική, ούτε όμως γραμμική φύση, αλλά διακλαδίζεται ανάμεσα στους τομείς της ανθρώπινης γνώσης και δανείζεται αρχές και μορφές από όλους. Μου θυμίζει τον πολυμορφισμό, τον υβριδισμό, αλλά όμως, είναι, αφού πρέπει, κάτι διαφορετικό. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης τέχνης και επιστήμης (και ό,τι άλλου μπορείτε να φανταστείτε) και συγγενεύει με το χάος και την εξέλιξη, είναι κάτι δυναμικό και α-συνεχές. Είναι κάτι ξένο, άγνωστο, καινοτόμο και εξωγήινο, όμως κάτι όλο ζωή που πάλλεται και παίρνει σιγά-σιγά μορφή και μας πλησιάζει για να διευρύνει τους περιορισμένους ορίζοντές μας. Ευρηματικοί συνδυασμοί ανήκουστοι και ευφάνταστοι στον κοινό νου και στην καθημερινή πρακτική είναι μέρος αυτής της ρηξικέλευθης λογικής που μαθαίνει μόλις να περπατάει—γεννήθηκε δυο-τρία χρονάκια πριν και ζητάει να την αγκαλιάσουμε.

Transvergence (διαπαρύφωση, σύμφωνα με μετάφραση του cheaplog) εν ολίγοις, ονομάζεται ο τρόπος που θα ξεπεράσουμε τις μονοδιάστατες δυαδικότητες και θα διευρύνουμε τα όρια της τέχνης γενικά, και του κινηματογράφου ειδικότερα. Περιμένω να γίνουν ταινίες που δε θα κατατάσσονται στις εχθρικές παρατάξεις Hollywood-national cinema, popular-art cinema και ούτω καθεξής, αλλά δε θα έχουν καμιά ετικέτα. Ούτε genre θα έχουν, θα είναι το απόλυτο pastiche. Γιατί τότε χρειαζόμαστε καινούργια λέξη για έννοιες που λίγο-πολύ καλύπτονται στο cinema τουλάχιστον από προϋπάρχουσες; Και αν convergence είναι σύγκλιση και divergence απόκλιση, τότε transvergence είναι μάλλον...διάκλιση και πρέπει να ερευνήσουμε ένα φυσικό φαινόμενο. Αλλά, γιατί όλοι επιμένουν να το εντάξουν στις τέχνες; Ευφάνταστη ενασχόληση για όποιον δε προτιμάει να βρει λύση για τα παιδάκια που πεινάνε, αλλά όντως είναι καλή ιδέα και θα ταν ευκταίο να δουλεύει και στην πράξη. Το San Jose Festival ασχολείται μανιωδώς με την ιδέα. Ίδωμεν.