Tuesday, July 18, 2006

Betty Blue ή η ομορφότερη ερωτική σκηνή που είδα μέχρι σήμερα

Ερεθιστικό να ανακαλύπτει κανείς ταινίες από μίγμα περιέργειας και διαίσθησης. Και μάλιστα γυναικείας.


Δε μπορώ, όσο και να προσπαθώ, να κρατήσω το επιθυμητό απρόσωπο και επαγγελματικό ύφάκι, άλλωστε τι σχέση έχω εγώ με τον επαγγελματισμό, είμαι ολότελα χαμένη στον ιδιότροπο κόσμο μου. Δεν αντέχω να μην υιοθετήσω τον εκμυστηρευτικό τόνο μιας προσωπικής εξομολόγησης. Αρχίζω: η supervisor μου είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά, ώρες αεροπορικού ταξιδιού μας χωρίζουν—και κανονικά θα πρεπε να χαίρομαι γι’ αυτό. Όμως, έχω να λάβω νέα της δυο εβδομάδες και είμαι χαμένη, νιώθω τον ομφάλιο λώρο να κόβεται και αποζητώ τη σιγουριά του να ανήκεις σε ξένο σώμα, να μην έχεις αποκολληθεί ακόμη.

Ψάχνοντας εικόνες προς ενοικίαση η Betty Blue (1986) ή αλλιώς 37°2 le matin, δηλαδή 37.2°C το πρωί βρέθηκε μπροστά μου. Μια αφίσα σε μπλε τόνους, ένα γυναικείο πρόσωπο θλιμμένο, αλλά επίμονο μου ήρθε στο μυαλό. Στόλιζε τον αριστερό τοίχο του γραφείου της Ginette και μου θύμισε όλη την πίεση μιας δυστυχισμένης Άνοιξης, τον τρόμο και την αβεβαιότητα που ένιωθα κάθε φορά μέσα σ’ αυτό το γραφείο. Η ταινία ίσως ήταν η ευκαιρία να αποκρυπτογραφήσω το μήνυμα που ενδεχομένως κρύβει η αφίσα του γραφείου της.

Αποδείχτηκε μοναδικός γρίφος. Πολύχρωμη ατμόσφαιρα eighties, ποιος ξέρει άραγε τι θα θυμίζει σ’ αυτήν. Υπερισχύει η ελπίδα στο μυαλό της; Εγώ μπλέχτηκα στο δαίδαλο των συνεχών αποτυχιών, στα δυστυχή απρόοπτα της ζωής και την μοναξιά των πρωταγωνιστών. Αυτή που νιώθουν όλοι αν όχι στην καρδιά, σίγουρα κάτω από το καύκαλο του εύθρυπτου κρανίου τους. Οι σκέψεις μου με κάνουν πιο μόνη, πάντα λίγο πιο μόνη, ποτέ δε μπόρεσαν να με φέρουν κοντά σε κανέναν. Το αντίθετο μονάχα. Οι εμμονές είναι επικίνδυνες για τη Betty Blue και για μένα επίσης. Έχω σταματήσει εδώ και καιρό να ταυτίζομαι με τους φωτεινούς πρωταγωνιστές της οθόνης, αλλά αυτή τη φορά δεν τα κατάφερα. Και η ξαφνική συνειδητοποίηση, ότι πρέπει κάποιος να μ’ αγαπήσει γι’ αυτό που είμαι χωρίς να με καταλάβει, με καταρράκωσε. Είναι κακό να είσαι κυκλοθυμικός; Τίποτα δεν είναι κακό για τους άλλους. Κακό είναι μονάχα αυτό που δεν υποφέρεις.

Η Betty Blue της νεαρότατης Beatrice Dalle μου προξένησε πολύ πόνο. Η εισαγωγική σκηνή, πάντως, ελάχιστο αποκάλυπτε από όλο αυτό τον πόνο. Η πιο ερωτική ερωτική σκηνή που είδα ποτέ, μου φάνηκε βέβαια εκ των υστέρων, επαρκής προάγγελος του λυπημένου τέλους. Άραγε δε μοιάζουν οι σπασμοί και οι κραυγές της ηδονής με το θάνατο; Ένα έμβολο που σε τρυπάει δε μπορεί παρά να θέλει να σε σκοτώσει, όχι; Γίνεται ν’ αγαπάς αυτόν που σε σκοτώνει;

Thursday, July 13, 2006

L’eclisse: νωχελικές καλοκαιρινές επανεκδόσεις

Δεν είμαι απ’ αυτούς που θεωρούν το L’eclisse(1962) την καλύτερη ταινία του Antonioni. Άλλωστε, θα ναι λάθος να πιστεύουμε ότι η εμπειρία δεν έχει κανένα βάρος στο art and craft του κάθε μάστορα. Η ταινία, με μόνο πραγματικό θέλγητρο την ασπρόμαυρη φωτογραφία της και το νεαρότατο Alain Delon είναι η άριστη επιλογή οπτικού distraction ενώ χαλαρώνετε παντοιοτρόπως. Είναι ένα οπτικό ερέθισμα αρκούντως ενδιαφέρον, αλλά δε θα σας συνεπάρει κιόλας.(αυτό που προσπαθώ να πω με το γάντι, είναι ότι βρίσκω αυτή την ταινία του μεγάλου ομολογουμένως Antonioni κάπως βαρετή.)

Πριν οι ρέκτες του art cinema με πάρουν με τις κοτρόνες, σπεύδω να εξηγηθώ: κατ’ εμέ πάντα, η ταινία χωλαίνει σε βασικά σημεία. Καταρχήν, χωλαίνει από πρωταγωνίστρια. Καλή, χρυσή η Monica Vitti, αλλά ο κυριότερος λόγος που την πάσαρε εκείνη την εποχή ο Antonioni ως το απόλυτο θηλυκό είναι βέβαια η πολύ προσωπική σχέση τους. Να μην υποστηρίξει τη γυναίκα του ο χριστιανός θα ‘ταν κρίμα κι άδικο. Αλλά να μας πείσει κι εμάς ότι η λατρευτή του είναι σώνει και καλά χάρμα οφθαλμών θα ήταν ασυγχώρητη ηλιθιότητα.

Δεύτερον, η ταινία ανήκει στην πάλαι ποτέ εποχή που το κύμα του ευρωπαϊκού art cinema πλημμύριζε τις αίθουσες με το νωχελικό ρυθμό του και την άψογη αισθητική του και αναμενόμενα είναι σχόλιο της συγκεκριμένης εποχής. Σκηνές όπως αυτή στη Borsa(γιατί, την κοινωνική, οικονομική και διαπροσωπική αστάθεια θέλει να σχολιάσει ο Antonioni και όχι βέβαια να μας διηγηθεί ακόμη ένα love story) ή το tribal μουσικό intermezzo που θυμίζει τη μετααποικιακή παράνοια είναι πιο φορτισμένες με νόημα από τις σκηνές ουδέτερων εναγκαλισμών. Η τοποθεσία του σπιτιού της Vitti στο εύπορο προάστιο E.U.R.(Esposizione Universale di Roma) που χτίστηκε επί Μουσολίνι με το κτίριο που φαντάζει σα μανιτάρι κάνει μερικές ακόμη μερικές επιπλέον νύξεις για τη μπουρζουαζία και την ανία της και όλα αυτά είναι πολύ ωραία για τους ιστορικούς του κινηματογράφου, δεν είμαι σίγουρη όμως ότι έχουν αρκετό ενδιαφέρον για όλους τους υπόλοιπους.

Το L’eclisse είναι η τελευταία ταινία της άτυπης τριλογίας του Antonioni που αρχίζει με το L’avventura(1960) και συνεχίζει με το La notte(1961). Η Έκλειψη ήταν και η τελευταία ασπρόμαυρη προσπάθειά του, εκσυγχρονίστηκε στην αμέσως επόμενη το Il Deserto Rosso(1964). Η αποξένωση, η επίφαση συναισθημάτων και γενικά η επίφαση ζωής πίσω από τις λουστραρισμένες επιφάνειες κυριαρχούν εδώ ως θεματικές. Κατά το συνήθειο του σκηνοθέτη, ο χώρος, οι όγκοι των αντικειμένων παλεύουν να κλέψουν την παράσταση από τους πρωταγωνιστές. Οι πιο σημαντικές σκηνές δεν είναι αυτές που οι ήρωες είναι παρόντες, αλλά αυτές στις οποίες απουσιάζουν(βλ.last scene)

Συνοψίζοντας, εγώ λέω ότι η ταινία είναι λίγο-πολύ φλατ, μια διαρκής άσκοπη περιπλάνηση που δεν καταλήγει πουθενά και δε μας προκαλεί καμιά εσωτερική αναστάτωση, αλλά μας χαϊδεύει με την οπτική της δεξιότητα. Οι άλλοι λένε ότι είναι αριστούργημα, ω! πραγματικό αριστούργημα, μυαλό και μάτια έχετε, σας προτρέπω να κρίνετε μόνοι σας.

A more canonized point of view:
http://www.criterionco.com/asp/release.asp?id=278&eid=407§ion=essay