Friday, March 23, 2007

Buzz ή Alfred Isaak Bezzerides: Kiss me Deadly

Το ντοκιμαντέρ του Σπύρου Ταραβήρα Buzz (2005) που προβάλλεται τώρα στους κινηματογράφους ίσως είναι, όπως έγραψαν, χωρίς μέτρο. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι όμως το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ (ούτε το The Long Haul of AI Bezzerides, άλλη μια παραγωγή με το ίδιο θέμα ), αλλά ο ίδιος ο σεναριογράφος με τις ελληνο-αρμενικές ρίζες. Όχι ο ορισμός του πολυγραφότατου, και κάποιος που το ‘χε ρίξει στα πιο αναλώσιμα τηλεοπτικά σενάρια στα 60s, ο Buzz αποχαιρέτισε αυτό τον κόσμο στις αρχές του 2007 πλήρης ημερών, αφήνοντας πίσω του πανάκριβη κληρονομιά το Kiss me Deadly(1957). Ειλικρινά, δε νομίζω ότι με καθήλωσε τόσο άλλο film noir με την πυκνή, στιβαρή γραφή του και την έκδηλη κοινωνική του συνειδητοποίηση. Ο κόσμος του Bezzerides (το σενάριο είναι βασισμένο στο pulp novel του Mickey Spillane) είναι εδώ ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, όχι απλώς το background στο οποίο δρα και κινείται ο σκληροτράχηλος ήρωάς του. Τον εγωκεντρικό και ναρκισσιστή (μα, τόσο διασκεδαστικό) μυστικό ντετέκτιβ της ιστορίας, περιτριγυρίζουν μετανάστες από κάθε γωνιά της γης. Όντας ο ίδιος τέκνο μεταναστών, ήξερε προφανώς πως να αποτυπώσει τη φιγούρα του ξένου, τόσο που μαύροι βαστάζοι, γερο-λατίνοι, και κυρίως ο αξέχαστος χαρακτήρας του Nick the Greek —με τα περίεργα ελληνικά του, αφού ο ηθοποιός που τον υποδύεται δεν είναι Έλληνας— τραβούν συχνά την προσοχή μακριά από τον Ralph Meeker-Mike Hammer και τα κορίτσια του.

Το Kiss me Deadly είναι το film noir που πιο εύστοχα περιγράφει το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής και τις εντάσεις της. Όπως πιστοποιεί το πόσο ο άνθρωπος απέχει από την τελειότητα. Άσπονδοι φίλοι, κυνήγι ενός απροσδιόριστα πολύτιμου, αλλά επικίνδυνου αγαθού κλεισμένου σε μαύρο κουτί, βίλες-φυλακές και ντοπάρισμα όσων ξέρουν για να ξεχάσουν, χαρακτήρες που δεν ενδιαφέρονται να σιγάσουν τα πάθη τους. Ένας απ’ τους λιγότερο faulty είναι μια γυναικεία οπτασία που τρέχει ξυπόλυτη στον σκοτεινό δρόμο τυλιγμένη με μια εκρού καμπαρτίνα μόλις πέσουν οι τίτλοι και προτρέπει τον Meeker: Remember me”. H θύμησή της είναι αυτή που τον μπλέκει, τελικά. Μόνο που το κλασικό MacGuffin αποδεικνύεται κουτί της Πανδώρας· γυναικεία είναι κι εδώ η περιέργεια και τιμωρείται δεόντως, ίσως παρασέρνοντας και άλλους μαζί της. Δε μαθαίνουμε ποτέ, και οι δυο εκδοχές του ζοφερού και γριφώδους τέλους που κυκλοφορούν, μπερδεύουν προς στιγμήν τα πράγματα ακόμη περισσότερο.

Ο Bezzerides έχει στο ενεργητικό του και άλλα ουκ ευκαταφρόνητα σενάρια: They Drive by Night με το Boggy νταλικέρη, Thieves’ Highway, από τις πιο ατμοσφαιρικές δουλειές του Dassin πριν γνωρίσει τη Μελίνα, On Dangerous Ground του Nicholas Ray. Το Kiss me Deadly όμως είναι από τις στιγμές που λατρεύουν οι σινεφίλ, όπου το πολυδιάστατο γράψιμο του Buzz και η ειρωνική, στακάτη σκηνοθεσία του Aldrich συναντιούνται για να δώσουν ένα ψιλο-σαδιστικό-μισογυνιστικό αριστούργημα —και αυτό το τελευταίο quite enhances the pleasure indeed.

Ως ανταμοιβή για σένα, υπομονετικέ...trailer online!

Wednesday, March 21, 2007

Χρααατς: Not all it’s cracked up to be

Ευκαιρία να περάσετε αυτές τις μέρες από το Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς, όχι όμως τόσο για την πολυδιαφημισμένη έκθεση χάρτινων ρούχων με μεγάλη συμμετοχή της συλλογής ATOPOS. Ωραία τα φορεματάκια σε γραμμή εβαζέ και λουλουδάτα ή διαφημιστικά μοτίβα, διαφωτιστική η αναδρομή στα 60’s και τις καινοτόμες τρέλες τους, αλλά δυο ολόκληροι όροφοι μαζί και τα μεσοδιαστήματα είναι πολύς χώρος για να παρουσιάζεις όλο και όλο αυτό. Ευτυχώς, δυο installations που εξυπηρετούν δημιουργικά τη φαντασία μας έχουν στηθεί στο δεύτερο όροφο της έκθεσης: δυο χάρτινοι λαβύρινθοι, ένας σε χρώμα κόκκινο πυρκαγιάς και ένας κατάλευκος, με το χαρτί σαν απαλά, ορθάνοιχτα πέταλα λουλουδιού να αγγίζει το σώμα όσων αποφασίζουν να τους διασχίσουν μας ταξιδεύουν όπως θα έκανε ένα βιβλίο στις σελίδες του, κάπου αλλού. Με τη βοήθεια, δίχως άλλο, των ονειρικών βίντεο του Tomlinson που παίζουν στην καρδιά των λαβυρίνθων.

Δε χάνετε τίποτα να περάσετε και από την αναδρομική έκθεση του εικαστικού Πανιάρα. Τα ανεικονικά έργα που έχουν γίνει με περίτεχνα διπλώματα φύλλων βινυλίου ήταν από τα πιο απροσδόκητα.

Πάντως, ο μόνος έγκυρος λόγος για να επισκεφθείτε το Μπενάκη της Πειραιώς ασυζητητί, είναι τελικά για να βγείτε στο αίθριο και να θαυμάσετε το έργο που πέτυχα να στήνει ο Κώστας Βαρώτσος την προηγούμενη εβδομάδα, στα πλαίσια της έκθεσής του Μέλλον μέσα στο Παρελθόν. Θα αισθανθείτε εγγυημένα ανείπωτη ανάταση, βλέποντας τα λαμπυρίζοντα ή συμπαγή πετρώματα δεμένα με αόρατες κλωστές σαν, έτοιμα να σας πέσουν στο κεφάλι, ως τα παντοτινά άγνωστα ιστορικά συμβάντα που ποτέ δεν μάθαμε, ποτέ δεν είδαμε και όμως νομίζουμε ότι ξέρουμε. Τόσα μόνο μπορούμε να δούμε, όσα μας επιτρέπει η θέα από εκεί που στεκόμαστε.

Sunday, March 18, 2007

Πόθος και Ψυχρότητα

Εκεί που το φανταστικό έχει την περισσότερη ισχύ ειν’ ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, καθώς χωρίζουν οι δυο εξαιτίας μιας ψυχρότητας που η γυναίκα την επικαλείται ολοένα και περισσότερο, κι η οποία τρομοκρατεί τον άντρα που τη λαχταράει.

Η ίδια η γυναίκα, τις πιο πολλές φορές, δεν ξέρει τι είναι τούτο το κακό που της στερεί τον πόθο. Δεν ξέρει, συχνότερα απ’ ότι θα νόμιζε κανείς, τι έιναι ο πόθος, πως εμφανίζεται στη γυναίκα, θαρρεί πως πρέπει να κάνει διάφορα για να τον ξανανιώσει με τη σειρά της όπως κάποιες άλλες γυναίκες.

Το μόνο που έχουμε να πούμε σ’ αυτό είναι το εξής: πως εκεί απ’ όπου νομίζουμε ότι το φανταστικό απουσιάζει, εκεί υπάρχει και πιο ισχυρό. Στην ψυχρότητα. Η ψυχρότητα είναι η φανταστική διάσταση του πόθου της γυναίκας για έναν άντρα ο οποίος δεν έχει ακόμα έρθει να την βρει, που ακόμα δεν τον ξέρει. Η γυναίκα μένει πιστή σ’ αυτόν τον άγνωστο, προτού ακόμη να του ανήκει. Η ψυχρότητα αποτελεί τον μη πόθο για όποιον δεν είναι ο άντρας εκείνος.

Marguerite Duras, La Vie Materielle, 1987
(στην ελληνική γλώσσα, Εξάντας, 1988)


Friday, March 16, 2007

The Fountain ή γιατί ο Aronofsky δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του

Όταν το πρώτο σου feature είναι το π (1998), τότε πρέπει να χεις υπόψιν σου ότι ίσως να μην έχει πάντα τόσο καλές ιδέες. Όταν δεύτερο είναι το Requiem for a Dream(2000), τότε πια θα ναι ύβρις να απαιτείς απ’ τη Μούσα να σου δώσει άμεσα κι άλλη τόση έμπνευση.

Με τις δυο πρώτες του ταινίες ο Aronofsky ανέβασε τον πήχη ψηλά. Πολύ ψηλά. Μάζεψε βραβεία που δε θα χωράνε στο δωμάτιό του, έφτασε μέχρι τα Όσκαρ και έκανε τον κόσμο να παραληρεί. (Κι αν δε ξέρω φίλους και γνωστούς που θεωρούν το Requiem αγαπημένη τους ταινία και τη μουσική του πιο επιβλητική υπόκρουση που θα μπορούσαν να φανταστούν)

Το νέο του project απ’ την αρχή άρχισε να στραβώνει. Πρώτα το αρχικό cast (Brad Pitt-Cate Blanchett) αποχώρησε με μικρά πηδηματάκια, ύστερα τα λεφτά δεν ήταν αρκετά, μέχρι που χρειάστηκε ανασχεδιασμός ολόκληρης της υφής του project για να βγει τελικά, έξι ολόκληρα χρόνια μετά.

Το Συντριβάνι του όμως δεν κατάφερε να μας παρασύρει στον πίδακά του. Καλός ρυθμός και έξοχη σύλληψη, αλλά πιο πολύ είναι προσωπική πρόταση του Darren για τις ταινίες φαντασίας, ένα όραμα μεταφυσικών αναζητήσεων, μια δήλωση αιώνιας αγάπης —αν σκεφτούμε ότι πρωταγωνιστεί η αγαπημένη του, ειδικά.

Τελικά, δε λέω, όμορφα τα μάτια της Weisz, καλός και ο σκληρός Hugh Jackman που μαλάκωσε ειδικά για την ταινία, υπέρκαλη η μουσική του Clint Mansell, αλλά it’s not my piece of cake. Κάτι στο συνδυασμό της αιώνιας ζωής-νεότητας και αιώνιας αγάπης δε μου κολλάει.

Monday, March 12, 2007

Ο Δράκουλας των Εξαρχείων (1983)

Συχνά στην ιστορία του Κινηματογράφου συμβαίνει ένας ερευνητής να είναι τόσο τυχερός, ώστε να βρει μια χαμένη κόπια και να αντιμετωπιστεί με δέος από τους τριγύρω (ξέρετε δα την εμμονή που έχουν οι ερευνητές με original versions και παραγνωρισμένες ταινίες). Αφού ξεθάψουν τις χαμένες κόπιες, τις εντάσσουν περήφανα στο world canon, διαδικασία που δίνει μέχρι και εύσημα Κολόμβου που μόλις ανακάλυψε την Αμερική. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της χαμένης αυθεντικής εκδοχής του Shadows του Cassavetes που ο τυχεράκιας Ray Carney κατάφερε να εντοπίσει ύστερα από δεκαεφτάχρονο κυνήγι χαμένου θησαυρού.

Δε θα μου ‘πεφτε άσχημα λοιπόν να βρω κι εγώ κάτι σε κανένα μουχλιασμένο αρχείο όπου κόπιες σέλυλοιντ λιώνουν και βρωμάνε, να το πλασάρω ως αριστούργημα σε βαθμό τέτοιο που θα εκτοπίσει από τη δεκάδα των καλύτερων ταινιών τον Πολίτη Κέην. Λόγω της εγγενούς δυσκολίας όμως τέτοιου εγχειρήματος λέω να ασχοληθώ προς το παρόν με κάτι εξίσου ξεχασμένο και παραγνωρισμένο(sic). Τη σκανδαλώδη σάτιρα του Ζερβού που μπορεί να είναι εντελώς δευτεροκλασάτη εικαστικά και από άποψη παραγωγής, φτάνει όμως σε δυσθεώρητα ύψη πολιτικής συνειδητοποίησης και κοινωνικού οραματισμού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά γνωρίζει στο ελληνικό κοινό μια μορφή που θα το απασχολήσει τα χρόνια που έρθουν, το Τζίμη Πανούση(χειροκρότημα).

Κυρίες και Κύριοι, επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω το Δράκουλα των Εξαρχείων.

(παραληρηματικό χειροκρότημα, ενθουσιώδεις κραυγές)

ο οποίος αρχίζει κάπως έτσι: ο περιβόητος Δράκουλας, Κωνσταντίνος Τζούμας, επισκέπτεται το νεκροταφείο για να προμηθευτεί μερικά ανθρώπινα μέλη, τα οποία έχει πάση θυσία ανάγκη, για να συνεχίσει το πείραμά του. Τα ζόμπι όμως επαναστατούν, γιατί αποδεκατίζονται βάναυσα και δεν μπορούν να βρουν ησυχία στους βρώμικους τάφους τους. Επικεφαλής και κόντρα στα σατανικά σχέδια του Δράκουλα είναι ένα μαχητικό ζόμπι, συγκεκριμένα ο χαμένος Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας (που υποδύεται ένας νεότατος Αντώνης Καφετζόπουλος) και δηλώνει με πάθος: «εμένα μ’έθαψε ο Ελύτης, δε θα με ξεθάψει όποιος όποιος». Ο κωμικός τόνος είναι έκδηλος βέβαια ακόμη πιο πριν, όταν ο βοηθός του Δράκουλα κολατσίζει με ένα χέρι που περισσεύει από ένα τάφο.

Το σατανικό σχέδιο του Δράκουλα, τώρα, συνίσταται στα παρακάτω: να δημιουργήσει από κομμάτια διάσημων νεκρών ένα νέο, ικανό τραγουδιστή για να τον πασάρει στις δισκογραφικές και να βγάλει χρήμα με ουρά. Πως θα το καταφέρει αυτό; Δεν του χρειάζονται παρά « 2 χέρια του Τζίμι Χέντριξ, 7 δάχτυλα του Μανόλη Χιώτη και το κορμί του Μάνου Χατζιδάκη» και υποβάλλοντας το σώμα που θα προκύψει από τον ανωτέρω συνδυασμό σε υπνοπαιδεία —δηλαδή βάζοντάς το να ακούει για 48 ώρες το Νέο Κύμα της σύγχρονης μουσικής— θα έχει τον υπερ-τραγουδιστή που αποζητά. Το σατανικό σχέδιο του Ζερβού, πάλι, συνίσταται φυσικά στο να σατιρίσει όσο τον παίρνει δισκογραφικές και παραγωγούς και τα τραγουδιστικά συνήθεια της εποχής, και όχι μόνο. Και να μας γνωρίσει τον Πανούση σε άγρια φάση να κάνει στριπτίζ και να φοράει στρινγκάκι, να φιλιέται με άντρες και να τραγουδάει «Ντίσκο τσουτσούνι» με συνοδεία πανκ γκόμενες σε γυναικοκρατούμενη κοινωνία.(πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι...)

Άλλος ευγενής πόθος του Ζερβού, είναι βέβαια να γελοιοποιήσει πρόσωπα και πράγματα, καθόλου διακριτικά μάλιστα, αφού οι αναφορές του βγάζουν μάτι. Θα αφήσω κατά μέρος τα διάσπαρτα πολιτικά σχόλια, και θα έρθω στο αγγελοπουλικό μένος. Δεν γνωρίζω με σιγουριά, αλλά φαίνεται ίσως ότι προϋπήρχε του ίδιου του Αγγελόπουλου. Εκτός από διάφορες γραφικές αναφορές όπως τον Άσιμο να κάνει τον θαλασσοπνιγμένο και το χοντρό της παρέας να τον ρωτάει ντυμένος γοργόνα –Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος- το πράγμα ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο στην πορεία: ο Πανούσης λέει bedtime stories στην αγαπητικιά του σε μια ξερή ερημιά, μέσα στο κρύο αυτοκίνητο. Και...ποιος είναι ο πιο εγκεκριμένος τρόπος για να κοιμηθείς ήρεμα, αν όχι το να περιγράψεις ένα από τα ατέλειωτα μονοπλάνα του Αγγελόπουλου, για κάποιους αντάρτες στα χιόνια να περπατάνε αργά, αργά, αργά... Τελικά, βέβαια, καταλήγει: Δε ξέρω τι λένε πολλοί, εγώ πάντως τον γουστάρω τον Αγγελόπουλο[...] προφανώς γιατί βαρύ πλήγμα είναι να πεις τελικά το αντίθετο.

Στο πεντηκοστό λεπτό η ταινία γίνεται μια φάρσα. Ενοχλητικά άτεχνη παρουσιάζει το ζευγάρι να περιδιαβαίνει κάθε γωνιά της Αθήνας με το συνεργείο καταπόδας και το τσούρμο του κόσμου να χασκογελάει σαστισμένο και να συνωστίζεται γύρω τους. Αποφασίζει να γίνει μια μεταμοντέρνα ταινία, να acknowledge the fact ότι δεν είναι παρά μόνο μια ταινία, άρα και ένας περαστικός τσαντισμένος με τις "Μουσικές Ταξιαρχίες" (το πανουσογκρούπ) μπορεί να πει ένα γεια στη μανούλα του στην κάμερα, και άλλα τέτοια. Αρκετά προχωρημένη τακτική για Ελλάδα να φαίνεται συγχρόνως το δημιούργημα και η πορεία της δημιουργίας (ταινία και οπερατέρ με κάμερα στον ώμο μαζί)—όχι βέβαια ότι δεν το ΄χαν κάνει χιλιάδες χρόνια πριν στη Σοβιετική Ένωση, εκείνος ο Τζίγκα Βερτόφ και ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή του.

In any damn case, εγώ αυτό που άρχισα να λέω ήταν για τα ζόμπι που ξεχύνονται στους δρόμους, αλλά η ταινία έχει πολλά παραπάνω απ’ αυτό. Πάντως προς το τέλος τα ξαναθυμάται, αυτή τη φορά να διοργανώνουν μια παν-ζομπική συναυλία και να μοιράζουν flyers έξω από τον ηλεκτρικό. Η συναυλία πραγματοποιείται με μεγάλη επιτυχία, αλλά τελικά αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι τα ζόμπι αποτελούν εδώ μεταφορική έννοια, για πολιτικές κατά βάση ομάδες –και δη αριστερίζουσας ή σκληροπυρηνικής αριστερής κατεύθυνσης, κάτι που άλλωστε συμφωνεί με την αναπαράστασή τους, ως κάποιους που πάμπολλοι επιθυμούν να εκμεταλλευτούν --από τον Δράκουλα (που θα μπορούσε να ανήκει στη δεξιά, αφού έχει μαύρη υπηρέτρια στο σπίτι, χα, χα, χα), μέχρι δε ξέρω κι εγώ ποιον άλλον—αλλά και με την ταλαίπωρη όψη τους.

Συνοψίζοντας, αυτή που χαρακτηρίζεται ως η πρώτη ελληνική ταινία για ζόμπι και Δράκουλες, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι άλλη μια πολιτική σάτιρα, μια χαβαλετζίδικη παρωδία από αυτές που μας χαρακτηρίζουν (Σεφερλής, u know), που παρεμπιπτόντως φέρεται κατά παντός υπευθύνου, δηλαδή κατά όσων εκνευρίζουν τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή, άντε και το υπόλοιπο συνεργείο. Ασκεί συν τοις άλλοις δριμύτατη κριτική στο σοφιστικέ κινηματογραφικό κατεστημένο στο πρόσωπο του Αγγελόπουλου, χαρακτηρίζεται από επαναστατικά αντιαισθητικές εικόνες και μαρτυράει υπερβολικά προχωρημένη (για την εποχή της πάντα) gay-friendly διάθεση. Εδώ βρίσκεται το πρώτο φιλί μεταξύ ανδρών, όχι στον Παπακαλιάτη, με τη διαφορά ότι το δίνει ο Πανούσης σε έναν ντυμένο transvestite.

Μας μένει λίγος χρόνος για το ακροατήριο, Κυρίες και Κύριοι, το βήμα δικό σας...
(General applause)

p.s. Ο παραπάνω λόγος πρόκειται να εκφωνηθεί, όταν με το καλό μου απονεμηθεί ο τίτλος Διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο του MyLavatory.

Πολλά, μα, πάρα πολλά screencaps από την ταινία θα δείτε εδώ.

Thursday, March 08, 2007

Eduart ή η αμηχανία προώθησης μιας ταινίας

Η ταινία για τον νεαρό Αλβανό με την άσπιλη καρδιά, που αφού πρώτα σκότωσε κάποιον, στη συνέχεια μετανόησε και αποφάσισε να παραδοθεί στις ελληνικές αρχές μας πήρε τα μυαλά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέσα στις ασύλληπτα κακές και μέτριες ελληνικές ταινίες της χρονιάς(πλην μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού εξαιρέσεων) ο Eduart φάνηκε ως μικρό διαμάντι.

Η άρτια παραγωγή, συμπαραγωγή ελληνο-γερμανική γαρ, το σωστό pace και γενικά η ανωτερότητά της σε κάθε τεχνικό και μη επίπεδο ήταν εμφανής, τόσο που της έδωσε εννέα κρατικά βραβεία, ύστερα από μεγάλο παίδεμα, γιατί τάχα κρατικά βραβεία δικαιούνται μόνο όσες ταινίες μιλούν ελληνικά και διάφορες άλλες ιστοριες για αγρίους. Και το Eduart μόνο ελληνικά δε μιλάει—πέρα από κάτι κουβέντες στην αρχή και στο τέλος, μιλάει κυρίως αλβανικά και γερμανικά. Τι μ’ αυτό, έχει όμως έλληνες συντελεστές, πρώτη και καλύτερη την σκηνοθέτρια Αγγελική Αντωνίου που πίστεψε στην ταινία και πέτυχε τη διεκπεραίωσή της δια πυρός και σιδήρου, άρα έχει κάθε δικαίωμα να λέγεται ελληνική ταινία.

Η ταινία πέρα από τις υπόλοιπες αρετές, αντιμετωπίζει τον βασικό «ξένο» στη χώρα μας, το «άλλο» δηλαδή με μια συμπάθεια και γλυκύτητα που μόνο στον Όμηρο του Γιάνναρη είχαμε δει μέχρι τώρα. Και είναι στ’ αλήθεια θεμιτό να πληθαίνουν οι αναφορές στο άλλο(other) υπό το πρίσμα του όμοιου(same) μήπως η διαφορετικότητα σε κάθε της έκφανση πάψει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως αρνητικό χαρακτηριστικό, αλλά απλώς ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό.

Ήρθε τώρα και η ώρα της ένστασης: ο Eduart έχει μια βασική κατανοητή πλοκή, αλλά κάνει μικρή προσπάθεια για υπο-ιστορίες που θα επέκτειναν τον σχετικά μονοδιάστατο χαρακτήρα του αντι-ήρωα. Αυτός είναι κατ’ εμέ ο βασικός λόγος αμηχανίας της εταιρείας διανομής, που δεν βρήκε καίριο τρόπο να προμοτάρει την ταινία. Είδα καταχωρήσεις που μιλούσαν για τη μεγάλη δύναμη της φιλίας—του νεαρού Αλβανού με το Γερμανό γιατρό—που έκανε δυνατή τη μεταστροφή του χαρακτήρα του εγκληματία σε μετανοούντα. Στην αφίσα σωστό κρίθηκε να αναφερθεί ότι ο νεαρός «ονειρευόταν να γίνει ροκ σταρ, έγινε δολοφόνος». Μια ελάχιστα ανεπτυγμένη πτυχή του χαρακτήρα του, αυτή των αθώων νεανικών ονείρων του, γίνεται tagline για να προσελκύσει το αβέβαιο κοινό, που ακόμη δεν γνωρίζει τι ακριβώς ιστορία θα πάει να παρακολουθήσει. Το θέμα της ταινίας είναι σίγουρα σαφές, η κεντρική της ιδέα όμως θαμπή και ασαφής. Είναι ύμνος στη φιλία, στην ανθρώπινη εξαθλίωση, στο ανθρώπινο μεγαλείο ή όπως λέει η αφίσα κάτι του στυλ «μεγάλωσα απότομα»; Ή πάλι είναι μια ιστορία βουτηγμένη στο αίμα, αφού κατακόκκινη είναι η επίσημη αφίσα;

Σεναριακές δυσλειτουργίες υπήρχαν πάντα στην ημεδαπή. Και όσα βήματα μπροστά να κάνουμε, πάλι είμαστε ένα βήμα πίσω από το τέλειο σενάριο, αυτή τη μαγική συνταγή του κομμένου και ραμμένου plot που λειτουργεί τόσο καλά τόσα χρόνια στο ιερό δάσος.

Thursday, March 01, 2007

The Boss of It All ή ο Lars Von Trier κάνει κωμωδία

Ξέρετε τι σημαίνει Automavision; Το νέο πείραμα του Trier και το διάλειμμα από το κήρυγμα των δυο πρώτων ταινιών της τριλογίας του είναι εδώ. Με ηθοποιούς άγνωστους στο διεθνές κοινό, αλλά σταρ στη χώρα τους, με εύπεπτο σεναριακό υλικό και με high-tech βοήθεια —το προαναφερθέν πρόγραμμα αναλαμβάνει χρέη οπερατέρ, διευθυντή φωτογραφίας, άρα και σκηνοθέτη εξ ημισείας— o Trier έρχεται στους κινηματογράφους της γειτονιάς με μια πολύ low budget δανέζικη ταινία που όσο κι αν ακούγεται πειραματική, είναι πρωτίστως διασκεδαστική (κάτι που έχει γίνει αποκλειστικός γνώμονας αξιολόγησής μου τώρα τελευταία) .

Σε μια ανθηρή εταιρεία λογισμικού έρχονται τα πάνω κάτω, όταν το αφεντικό της αποφασίζει να την πουλήσει με εξευτελιστικούς όρους για τους συνιδρυτές της. Το άτολμο όσο και αδίστακτο αφεντικό, δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στην εταιρεία αυτοπροσώπως, γιατί φοβάται το αρνητικό κλίμα που δημιουργούν συνήθως οι αποφάσεις του αρχηγού. Αυτό βέβαια δεν τον εμποδίζει να δουλεύει στην εταιρεία ως αξιαγάπητος υπάλληλος για να τα εποπτεύει όλα από πολύ κοντά. Έλα όμως που ο επικείμενος αγοραστής έχει βάλει έναν όρο για την εξαγορά της εταιρείας: να μιλήσει για business αποκλειστικά και μόνο με τον πάντα απόντα boss of it all.

Ο boss τα χρειάζεται και αποφασίζει να προσλάβει έναν αποτυχημένο ηθοποιό να παίξει το ρόλο του για τη μία κρίσιμη εβδομάδα της αγοραπωλησίας. Πετάει όμως τον ανύποπτο ηθοποιό στο λάκκο με τα φίδια, γιατί όπως αποκαλύπτεται στη συνέχεια έχει αναπτύξει διαδικτυακές σχέσεις με τους υπαλλήλους του —έχει κάνει από πρόταση γάμου μέχρι ανήθικες προτάσεις στις γυναίκες της εταιρείας και έχει γίνει κολλητός με τους συναδέλφους μέσω mail.

Πολύς χώρος για γέλιο, όπως καταλαβαίνετε. Τα μπλεξίματα δίνουν και παίρνουν, με τους ηθοποιούς και κυρίως τον ηθοποιό-που-παίζει-τον-ηθοποιο να δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας. Βέβαια, μας τα χαλάει λίγο ο αυτοματισμός της παραγωγής, αυτό το ένα ακόμη ανέκδοτο του Trier. Ο ανθρώπινος παράγοντας μειώνεται στο ελάχιστο, αφού την κάμερα δεν την κρατάει ανθρώπινο χέρι, αλλά έχει εκ των προτέρων στηθεί στο πιο θεμιτό σταθερό σημείο και το πρόγραμμα υπαγορεύει τις κινήσεις της. Εν ολίγοις, ζουμάρει και ξεζουμάρει από μόνη της, κάνει και κανένα πανοραμίκ, αλλά σε κάθε περίπτωση η μηχανική της γνώση αποδεικνύεται ανεπαρκής. Τα πλάνα είναι άσχετα και υποφωτισμένα (χρησιμοποιήθηκε μόνο ο υπάρχον φυσικός φωτισμός), which is fun to watch though. Ο ήχος επίσης μέτριος έως κακός κατά στιγμές, όπως ακριβώς ένα σχετικά ερασιτεχνικό ταινιάκι (η χαρά μου δηλαδή).

Όσο κι αν δίχασε τους κριτικούς στη χώρα της, η ταινία είναι φρέσκια και μίνιμαλ, άρεσε ακόμη και στο Bordwell, και είναι αυτή άλλωστε με την οποία ο σκηνοθέτης γιορτάζει έναν αιώνα ζωής και δημιουργίας. Να, δείτε και το τρειλεράκι, αλήθεια λέω.