Tuesday, July 31, 2007

Έχε γεια, κι εσύ Antonioni

Ο σκηνοθέτης του Blowup(1966), που άρεσε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, ίσως πιότερο για τις sexy παρουσίες, μεταξύ των οποίων και η νεαρή μυστηριώδης Vanessa Redgrave, ή εκείνος που ανακάλυψε την αποξένωση στον κινηματογράφο, για τους πιο ψαγμένους, βιάστηκε ν’ ακολουθήσει κατά πόδας το Bergman, μάλλον γιατί και τον Αχέροντα με παρεούλα τον περνάς με λιγότερο τρόμο.

Ο Michelangelo Antonioni ξεκίνησε από την ταπεινή Φεράρα για να αλλάξει ριζικά την κινηματογραφική γλώσσα ή, καλύτερα, να φτιάξει μια ολόδική του. Ταυτόσημος των ατέλειωτων μονοπλάνων –πολύ πριν ο Αγγελόπουλος του πάρει την πρωτιά—και της ιδιότυπης σύνθεσης των πλάνων του –όπου ο περιβάλλον χώρος, οι όγκοι, τα σχήματα των κτιρίων φαίνεται να πρωταγωνιστούν εις βάρος των σάρκινων πρωταγωνιστών--, ο Antonioni είναι τόσο αγαπημένος στις πανεπιστημιακές αίθουσες, όσο αποδιωγμένος ήταν από το ευρύ κοινό. Όπως κάθε καλλιτέχνης μπροστά από την εποχή του, έτσι και ο ρηξικέλευθος Ιταλός πάλευε για το budget κάθε ταινίας του, βρίσκοντας κυρίως πόρους έξω από την πατρίδα του, που τότε (και ακόμα) είχε αδυναμία στο πιο εύπεπτο θέαμα.

Από το L’Avventura, που προκάλεσε σούσουρο στο ανυποψίαστο κοινό των Καννών με την έλλειψη κλασικής αφηγηματικής πλοκής, πηγαίνουμε στα La Notte, L’Eclisse, Il Deserto Rosso• κάπως έτσι ο Antonioni αγάπησε τη Monicca Vitti και την αποστασιοποιημένη κομψότητά της και της έδωσε τρεις φορές τον κεντρικό ρόλο, με ένα διάλειμμα για τη Jeanne Moreau στο ενδιάμεσο. Από τις ιταλικές του ταινίες, αυτές είναι που αναστάτωσαν, προβλημάτισαν και τελικά άφησαν το στίγμα για την πρωτοπόρα αισθητική και τα αισθήματα αλλοτρίωσης και απύθμενης κενότητας των συγχρόνων του, που απηχούν. Περιγράφοντας τη ζωή περιπλανώμενων ηρωίδων της ανώτερης αστικής τάξης σε χαοτικές μητροπόλεις έτοιμες να τις καταπιούν, αποφάνθηκε για τις κοινωνικές ανισότητες του οικονομικού θαύματος με αυτή τη «χαλαρή τριλογία» ή, κατ’ άλλους, «σπουδαία τετραλογία».

Οι περίφημες μη-γραμμικές ταινίες του με το ανοιχτό, μετέωρο τέλος μίλησαν βέβαια και αγγλικά και αμερικάνικα: Blowup και swinging sixties στο Λονδίνο, Zabriskie Point και φοιτητικές αναταραχές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και Professione: Reporter, με Jack Nickolson σε πολύ καλή στιγμή. Τις ταινίες του τις υποδείκνυε μόνο το ένστικτο του, που συνέχισε να τον τροφοδοτεί με ιδέες ακόμη και μετά το εγκεφαλικό του 1983, με τελευταία του πινελιά τη μία από τις τρεις ιστορίες του omnibus film Εros (2004).

Τώρα, στην ερώτηση γιατί το κοινό εκεί έξω δεν τον κατάλαβε ποτέ ιδιαίτερα, παρά μόνο εκ των υστέρων στις επανεκδόσεις, η απάντηση είναι τελικά πολύ απλή: ο ίδιος δεν το επιδίωξε, αφού δε σκέφτηκε στιγμή το κοινό --τι εννούμε άλλωστε όταν λέμε κοινό; --, παρά μόνο σε μια εξιδανικευμένη μορφή του, δηλαδή τον ίδιο (!). Στην ερώτηση για ποιους κάνει ταινίες, απάντησε κάποτε: "I do it for it an ideal spectator who is this very director. I could never do something against my tastes to meet the public. Frankly, I can't do it, even if so many directors do so. And then, what public? Italian? American? Japanese? French? British? Australian? They're all different from each other."

Monday, July 30, 2007

Adieu Ingmar Bergman

Ένας ένας πέφτουν από το δέντρο οι εναπομείναντες μεγάλοι σκηνοθέτες. Μετά τον Altman, ήρθε η σειρά του (πολύ πιο αγαπημένου, in fact) Σουηδού Ingmar Bergman, να μας αφήσει, πλήρης ημερών, σε ηλικία 89 ετών. Οι κακεντρεχείς, τον έχουν κατηγορήσει για μισογυνισμό και αντικληρικαλισμό, το δεύτερο είναι ένας επιπλέον λόγος να τον λατρεύουμε, για το πρώτο κάνουμε τα στραβά μάτια, ειδικά κάτι τέτοιες στιγμές.

Ο Bergman, συνώνυμος με τον (αμφίσημο) όρο art cinema, ξεκίνησε από το θέατρο, είτε σκηνοθετώντας γνωστά έργα ρεπερτορίου, είτε γράφοντας τα δικά του και συνέχισε την παράλληλη αυτή πορεία, έχοντας μάλιστα και το δικό του θίασο. (Εδώ σε μας έχουν ανέβει τα Σκηνές από ένα Γάμο , Μετά την Πρόβα, Φθινοπωρινή Σονάτα). Στις συνεργασίες του υπήρξε αφοσιωμένος, όχι μόνο επειδή με την κάθε πρωταγωνίστριά του αριθμεί αρκετές ταινίες, αλλά ενίοτε και τέκνα. Οι αψεγάδιαστες (σε εμφάνιση και τεχνική) Bibi Anderson, Liv Ullman, Ingrid Thulin εμφανίζονται κατά κανόνα στις ταινίες του, όπως και ο Max von Sydow, ο Ιππότης που έπαιξε σκάκι με το Χάρο στην Έβδομη Σφραγίδα, και ο Erland Josephson. Αυτή η στενή γνωριμία και σχέση με το έμψυχο υλικό του, του επέτρεπαν πιο άνετα να ζητάει τον αυτοσχεδιασμό, όπως συνήθιζε.

Οι σχέσεις με το άλλο φύλο και γενικότερα η γυναικεία ψυχολογία αποτέλεσαν για το Bergman μεγάλο γρίφο, και φιλότιμα προσπάθησε να γίνει ανατόμος τους. Ταινίες όπως Καλοκαίρι με τη Μόνικα, Κραυγές και Ψίθυροι, Φθινοπωρινή Σονάτα, Σκηνές από ένα Γάμο και η πιο avant-garde ταινία του ever, Persona, αφοσιώνονται στην παρατήρηση των πολύπλοκων διαπροσωπικών σχέσεων των δύο φύλων ή των γυναικών μεταξύ τους, που, σημειωτέον, πάντα καταλήγουν σε φιάσκο.

Η αυτοβιογραφική ταινία Φάνι και Αλέξανδρος, που περιγράφει σπαρακτικά τη ζωή των δυο παιδιών του τίτλου ήταν από τους τελευταίους του θριάμβους και από τις πιο συγκινητικές στιγμές του έργου του, τολμώντας μια παρομοίωση της ζωής με παιχνίδι σκιάς και φωτός της Lanterna Magica –όπως τιτλοφορείται και η αυτοβιογραφία του- πάνω στον τοίχο. Χωρίς να συμμερίζεται την καχυποψία για την TV, καταδέχτηκε να σκηνοθετήσει πολλές μεταφορές θεατρικών και άλλα έργα, με τελευταίο το Saraband (2003) που είναι το τελευταίο έργο του που προβλήθηκε στο πανί.

Όσο κι αν εμείς ταραχτήκαμε που έφυγε, ο ίδιος θα το βλεπε μάλλον ψύχραιμα." It's like a light that is extinguished. Not very much to make a fuss about.", είπε κάποτε σε ερώτηση σχετική με το θάνατο.

Thursday, July 19, 2007

Titeuf super z'ero: το αγοράκι με το ξανθό τσουλούφι

Τα BD (bandes dessinées) είναι σαφώς πολυαγαπημένα στη Γαλλία, περισσότερο ίσως από αλλού. Ένα από τα πιο αγαπημένα και μακράν πιο ξεκαρδιστικά είναι σαφώς ο Titeuf. Το αγοράκι με το κεφάλι σαν αυγό και το ξανθό τσουλούφι, τέκνο από το '92 του σκιτσογράφου Zep κάνει του κεφαλιού του στη δύσκολη προεφηβική ηλικία που βρίσκεται, κόντρα στις παράλογες γι' αυτόν βουλήσεις των μεγάλων και του ακατανόητου κόσμου τους.

Ο Titeuf πηγαίνει σχολείο, είναι κρυφά ερωτευμένος με τη συμμαθήτριά του Nadia --που του κάνει συνήθως ζοριλίκια-- τριγυρνάει με το Manu και τους άλλους κολλητούς του και συχνά τα βάζει με την αντιπαθητική δασκάλα του. Έχει καλπάζουσα φαντασία, χαρακτηριστικό της ηλικίας του, γι' αυτό και συχνά επιδίδεται σε ταξίδια στον κόσμο των ονείρων και στο χωροχρόνο (κι εμείς κάποτε ζούσαμε βουτηγμένοι στην ονειροπόληση).

Τον βρίσκουμε, βέβαια, όχι μόνο σε χάρτινη μορφή, ύστερα από την πρωτόγνωρη επιτυχία του, αλλά και στη γαλλική T.V. τα πρωινά (μέχρι κι εγώ ξυπνούσα για να μη χάσω το επεισόδιο) και φυσικά everywhere to download. Εγγυημένο γέλιο, κατά προτίμηση για τους γαλλόφωνους φαν, γιατί η διασκέδαση είναι μισή αν δε μπορείς να καταλάβεις τα γαλλικούλια του Titeuf, με ολότελα δική τους προσωπικότητα.

Πάντως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως να σας φανεί κάπως παιδικούλι. Όπως και να 'χει το target group του είναι κατά βάσιν τα προχωρημένα δεκάχρονα-δωδεκάχρονα, γιατί ο Titeuf ως έξυπνο παιδάκι θέτει συνεχώς ενήλικα ερωτήματα. Όμως μην πτοείσθε, θα βρείτε τη χάρη του Titeuf αν σας έχει μείνει έστω λίγη αθωότητα κάπου κρυμμένη.

Monday, July 02, 2007

Summer in Kusadasi ή το μάτι του σκηνοθέτη

Θα φτάσει η στιγμή που το μάτι του σκηνοθέτη θα πραγματώσει τη σύλληψή του. Αρκεί να βρεθεί αέρινη πρωταγωνίστρια, μοναδικό συνεργείο, ονειρική τοποθεσία και η moving image θα αφεθεί να διηγηθεί μια χαρωπή ιστορία.

Οσονούπω.


Till then...


η Ειρήνη ποζάρει --ακολουθώντας τις γλαφυρές και εύστοχες οδηγίες μου-- πλάι σε μια δύση σε παραλία του Kusadasi.