Thursday, February 28, 2008

Caramel (2007)

Τον τελευταίο καιρό (χρόνο και βάλε...) έχω αποκτήσει μια πολλή κακιά συνήθεια: συγκινούμαι. Με τραγούδια, ταινίες, διαφημίσεις. Ειδικά μάλιστα αυτό με τις ταινίες, δε μπορώ να μου το συγχωρήσω. Αφού γνωρίζω καλά ότι η τεχνική του σεναρίου έχει συγκεκριμένους κανόνες, ότι οι δραματικοί ήρωες πρέπει να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους, να συγκρουστούν, ώστε να μας δώσουν μια ντουζίνα κρίσιμες σκηνές και κορυφώσεις που θα απευθύνονται στις συγκινησιακές χορδές μας, αφού γνωρίζω πως αμέσως μετά το cut η συναισθηματική φόρτιση θα εξανεμιστεί στη στιγμή και οι ηθοποιοί θ’αρχίσουν να λένε ανέκδοτα με το συνεργείο. Όσο κι αν τα φέρνω στο νου μου, τίποτα δεν ωφελεί, εγώ συνεχίζω να συγκινούμαι, λες και βλέπω κάτι αληθινό. Η βλακώδης ταύτιση που είχα καταπολεμήσει ικανοποιητικά παίρνει την εκδίκησή της.

Μια ακόμη ταινία κατάφερε να σπάσει το φράγμα της λογικής μου και να εκβιάζει το συναίσθημά μου σε σημείο να υγράνει επικίνδυνα τα μάτια μου (παραπάνω δεν το άφησα) είναι το --νοσταλγικό, παρότι με σύγχρονο θέμα-- Caramel-Sukkar Banat. Όπου καραμέλα δεν είναι αυτό το τίγκα στη ζάχαρη, συνήθως στρογγυλό και τυλιγμένο σε χρωματιστό χαρτάκι που οι γονείς συμβουλεύουν τα παιδιά τους να μην παίρνουν από ξένους, αλλά το παχύρρευστο μελί υγρό που περιέχει μεγάλο ποσοστό ζάχαρης και το χρησιμοποιούν οι αισθητικοί στην αποτρίχωση. Από τη στιγμή που βέβαια μπαίνει η χαλάουα στο παιχνίδι, οι θεατές αρσενικού γένους μάλλον αρχίζουν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια, γιατί ενδεχομένως δεν τους αφορά η καθημερινότητα τριών εντυπωσιακών κοριτσιών που δουλεύουν στο beauty salon τους και στα διαλείμματα τους κυνηγούν τον έρωτα.

Όσο μπανάλ και να ακούγεται (το Steel Magnolias μιλούσε για γυναίκες σε κομμωτήριο το...΄89), όσο χιλιοειπωμένη είναι αντικειμενικά μια γλυκόπικρη ματιά σε παράνομους δεσμούς, παντρειές, αποτυχημένα ραντεβού και φλερτ με φόντο κομμωτηριακούς λουτήρες, η οπτική γωνία είναι αυτή που πάντα κάνει τη διαφορά. Εκτός από τη γλυκιά γυναικεία οπτική της Nadine Labaki υπάρχει και ένα επιπλέον ατού, η εξωτική τοποθεσία της δράσης που δεν είναι άλλη από την ηλιόλουστη Βηρυττό -Beirut. Δε λέω βέβαια, αυτό που εγώ λέω ατού να είναι για σας άλλο ένα ντεκαβλέ στοιχείο, μπορεί να μη σας κάνει την παραμικρή αίσθηση η εγγύς ανατολή και το κρυφτούλι με τα αυστηρά μουσουλμανικά ήθη και έθιμα, αλλά ας υποθέσω ότι απευθύνομαι σε αυτούς που γουστάρουν τη φάση.

Η Labaki σκηνοθετεί, γράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί με τα μελαγχολικά της μάτια (στον κάπως μελό ρόλο της) και τα κάνει όλα πάνω-κάτω μια χαρά. Έχοντας προϋπηρεσία στη σκηνοθεσία ιδιαίτερα πιασάρικων video-clip στο Λίβανο, καταφέρνει εκτός από καλά production values και μακιγιάζ και κοστούμια που τραβούν την προσοχή, να έχει θαυμάσιο soundtrack με συμφωνικά κομμάτια, αλλά και τραγούδια με ντόπιο αραβικό στίχο εκτελεσμένα από αιθέριες γυναικείες φωνές –και τα αραβικά είναι, believe me, πολύ εύηχα, τουλάχιστον τραγουδιστά. Οι συμπρωταγωνίστριές της έχουν χάρη και ομορφάδα και ξέρουν ολίγα γαλλικά (τα μιλούν και αυτά στο Λίβανο, άλλωστε η ταινία είναι συμπαραγωγή με τη Γαλλία) που τα χρησιμοποιούν με χιούμορ σε σκηνές αστείες, αλλά και τραγικές μέσα στην αλήθεια τους (ράψιμο του υμένα, αν είναι...). Οι δευτερεύουσες χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον κυρίως κι αυτές για την αλήθεια και το ρεαλισμό τους, αλλά αυτά μπορούν να τα νιώσουν κυρίως, παρά να τα καταλάβουν όσοι έχουν ευαισθησία σε θέματα φύλου και ισότητας. Τι να γίνει, δε μπορούσα να μην το πω. Η καταπίεση της γυναίκας είναι σαφώς εντονότερη σε χώρες με μουσουλμανικές ρίζες και η φαινομενική ελευθερία ή το γεγονός ότι στο Λίβανο το ποσοστό των χριστιανών είναι μεγάλο δεν αλλάζει τις εγγενείς συνήθειες ενός λαού. Σκηνές όπως αυτή της νεαρής με καταπιεσμένα λεσβιακά ένστικτα, της πρωταγωνίστριας να προσπαθεί μάταια να κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο για να περάσει μια νύχτα με άντρα που δεν είναι νόμιμος σύζυγός της και μιας άλλης που δεν τολμάει να κόψει ούτε τα πλούσια μαλλιά της, επειδή η μητέρα της επιμένει ότι αυτά είναι η θηλυκότητά της αφήνουν να διαφανεί η διακριτικά παρατηρητική φύση της Labaki που ήδη με αυτή την πρώτη της ταινία ταξίδεψε μέχρι τις Κάννες για την Quinzaine πέρυσι, αλλά και Φεστιβάλ όπως το L.F.F. (όπου έλεγξα την πραγματικά εντυπωσιακή της εμφάνιση, αλλά και τη σχετικότητα της με το αντικείμενο και την ευστροφία της) και συγκίνησε, το ξέρω θετικά, και άλλους εκτός από μένα.

Saturday, February 23, 2008

Repulsion (1965)

Η Catherine Deneuve μπορεί να ήταν πάντα η icy femme fatale, αλλά δε θα ‘ταν και άτοπο να θυμηθούμε μια αραιά ή πιο πυκνή σχηματικότητα ορισμένων ρόλων της. Από τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα η συγκλονιστική ερμηνεία της στο Repulsion του Polanski, ο οποίος παρεμπιπτόντως μάλλον είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης που είχε την τύχη να έχει στο ενεργητικό του από μια ταινία και με τις δυο λαμπερές (αλλά όχι εξίσου τυχερές) αδερφές των γαλλικών sets τη δεκατία του εξήντα: τη Francoise Dorleac στο Cul-de-Sac ένα μόλις χρόνο πριν τη φάει το χώμα και τη Deneuve που ζει και βασιλεύει. Εδώ ίσως δε θα 'ταν αυθαίρετο να συμπεράνω ότι ο Polanski βγάζει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία από όποιον και να περιλάβει.

Θέλω να σταθώ επί τροχάδην σε αυτή την εφιαλτική ταινία που ο μαιτρ έδωσε σχετικά νωρίς κατά το σύντομο πέρασμά του από το Λονδίνο: μια ξανθιά παρθένα από το Βέλγιο, σεξουαλικά καταπιεσμένη, αλλά ταυτόχρονα με δείγματα αυτισμού (δεν είμαι ψυχολόγος, αλλά είναι σχεδόν προφανές) και απύθμενη ψυχολογική αστάθεια εν γένει μοιράζεται ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο με τη μεγαλύτερη αδερφή της, ενώ δουλεύει ως μανικιουρίστ. Εκτός των αγνώριστων ασπρόμαυρων εικόνων της αγαπημένης πρωτεύουσας στα μέσα του περασμένου αιώνα, απολαμβάνουμε και την ισότιμα αγνώριστη εικόνα μιας Deneuve με ατημέλητα ξανθά μαλλιά –ενώ την έχουμε συνηθίσει με στημένα χτενίσματα και αυστηρούς κότσους—να κρύβεται πίσω από τη μακριά της φράτζα και να τρέμει, όσο και να λαχταράει, τις επιθετικές προσεγγίσεις των αρσενικών.

Είναι νέα, όμορφη και μυστηριώδης, το μυαλό της όμως δουλεύει παράξενα και πλανιέται προς κατευθύνσεις άγριες, σαδομαζοχιστικές, ξέφρενες. Οι μέρες και οι νύχτες της περνούν αφόρητα: η γη και οι τοίχοι σκίζονται, βλέπει ρωγμές παντού, έξω από το παράθυρό της ακούει τα κοριτσάκια να παίζουν στο διπλανό μοναστήρι υπό τη εποπτεία των καλογραιών, στο διπλανό διαμέρισμα μια γυναίκα απολαμβάνει τον έρωτα (είναι στ’αλήθεια πολύ δύσκολο να διακρίνεις τα επιφωνήματα της απόλαυσης από αυτά του πόνου), ενώ ο εραστής της αδερφής της αφήνει αυθάδικα τα ξυριστικά του και την οδοντόβουρτσά του στο δικό της ποτήρι στο ράφι του μπάνιου. Ο εχθρικός έξω κόσμος εισβάλλει βίαια στο κεφάλι της, γι’ αυτό κι αυτή για να προστατευτεί κουβαλάει στην τσάντα της ένα κομμένο κεφάλι κουνελιού έτοιμου για ψήσιμο και πάει. Στις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς της ονειρεύεται βιασμούς –το βίτσιο της υποταγής το ξανακάνει δικό της παρέα με το Bunuel στο Belle de Jour—και αν κάποιος γίνει φορτικός, τον καθαρίζει, τον βυθίζει στην υπερχειλισμένη με νερό μπανιέρα και μετά κεντάει τραγουδώντας και μυξοκλαίγοντας μαζί.

Είναι όμως τυχερή: δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι γίνεται μέσα στο όμορφο κεφάλι της. Γι’ αυτό ο γαμπρός της(sic), όταν τη βρίσκει λιγοθυμισμένη με πτώματα παρατημένα εκεί γύρω, την παίρνει στα στιβαρά του μπράτσα και βγαίνει από το διαμέρισμα κακήν κακώς χωρίς καν να πάρει ασανσέρ, για το ασθενοφόρο τάχα, κοιτάζοντάς τη με βλέμμα λιγωμένο από τον πόθο.

Thursday, February 21, 2008

A Cock and Bull Story

Ο Tristram Shandy διηγείται τη ζωή του στο πολύτομο βιβλίο του Laurence Sterne The Life and Opinions of Tristram Shandy, Gentleman ή μάλλον προσπαθεί φιλότιμα να τη διηγηθεί, γιατί η ροή της σκέψης του συνέχεια διακόπτεται από περιφερειακά μικροσυμβάντα. Ο Michael Winterbottom κάνει κατ’ αναλογία το ίδιο, προσπαθώντας να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και την ξεκαρδιστικά μεταμοντέρνα ατμόσφαιρα που το διατρέχει.

Ό,τι ακριβώς παθαίνει ο Tristram Shandy στο εννιάτομο βιβλίο του Sterne –ο οποίος ίσα που φτάνει στην ιστορία της γέννησής του κάπου στον τρίτο τόμο και συνεχίζει με παρόμοιους ρυθμούς (χελώνας) μέχρι τέλους-- παθαίνει και ο Winterbottom: τον ενδιαφέρει τόσο λίγο ο λογοτεχνικός ήρωας αυτός καθεαυτός, όσο μαρτυρά και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας. Το κλασικό λογοτεχνικό πόνημα που εξαιτίας της τρομαχτικής πρωτοτυπίας για την εποχή του, ο Sterne αναγκάστηκε να εκδώσει μόνος του σε πείσμα των εκδοτών που του αρνούνταν την τιμή, είναι στην ουσία ένα βιβλίο που περιγράφει την προσπάθεια συγγραφής ενός βιβλίου για τη ζωή του Tristram. Γι’ αυτό και ο τίτλος της ταινίας παίζει παράδοξα παιχνίδια: η φράση a cock and bull story είναι όχι τρίχες κατσαρές, όπως υποστηρίζουν οι ελληνικοί υπότιτλοι, αλλά μια κουλή (βλ. ψεύτικη) ιστορία τύπου «έπιασα ένα ψάρι από δω μέχρι το σπίτι σου».

Ακριβώς τέτοια είναι η ιστορία που διηγείται η ταινία, μια ιστορία για ένα κινηματογραφικό συνεργείο που προσπαθεί να γυρίσει μια μεταφορά του βιβλίου που προανέφερα, τα βρίσκει όμως σκούρα. Ο πρωταγωνιστής έχει προβλήματα με την αυτοπεποίθησή του και θέλει οπωσδήποτε να φαίνεται ψηλότερος από το συμπρωταγωνιστή του, απαιτώντας από την αμπιγέζ ειδικά παπούτσια. Επιπλέον, θέλει οπωσδήποτε να εντυπωσιάσει την πράκτορα Μώλντερ, ουπς, Σκάλυ που παίζει ένα μικρό ρόλο στην ταινία και συγχρόνως να ικανοποιήσει τη γυναίκα του, να πάρει αγκαλιά το μωρό παιδί του, να είναι καλός με τη βοηθό παραγωγής και να τη βγάλει καθαρή με μια lap dancer που θέλει να πει στον κόσμο τι έκαναν μια νύχτα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου.

Το κλασικό πλέον εύρημα ταινίας μέσα στην ταινία, με άπειρες εγκιβωτισμένες ιστορίες να μπλέκονται και να διακόπτουν η μία την άλλη σε ένα μετα-μοντέρνο πανδαιμόνιο άτακτα ερριμένων πληροφοριών χαίρει της καλύτερης μεταχείρισης από έναν Winterbottom σε κέφια (που από τότε έχει κάνει δυο ακόμη ταινίες το Road to Guantanamo και A Mighty Heart). Με τη βοήθεια του καλύτερου ίσως σύγχρονου Άγγλου κωμικού Steve Coogan –που αυτή τη στιγμή έχει γυρίσματα για το επόμενο project του Winterbottom-- που κάνει τρελό δίδυμο με τον εξίσου ξεκαρδιστικό Rob Brydon, η ταινία μας προσφέρει απλόχερα 94 αναζωογονητικά λεπτά της ώρας και πολλές ευκαιρίες να γελάμε μόνοι μας, όταν θυμόμαστε σκόρπιες σκηνές ακόμη και πολλές μέρες μετά. Η λαμπερή Gillian Anderson και η γοητευτικότατη μάγισσα των Πειρατών Naomie Harris βάζουν κι αυτές τη δική τους πινελιά σε μια ταινία για τη ζωή που είναι τόσο χαωτική, όσο και άπιαστη από τον κινηματογραφικό φακό.

Friday, February 15, 2008

Μόλις χώρισα


Μάλλον οι περισσότεροι εδραιωμένοι σινε-κριτικοί έχουν απαγορευτική ηλικία για να καταλάβουν ή είναι βαριά χωμένοι στη δηθενιά/κουλτούρα για να επαινέσουν οτιδήποτε στο οποίο πρωταγωνιστεί η Ζέτα Μακρυπούλια. Ή απλώς ντρέπονται να παραδεχτούν ότι μια παλαβούτσικη ταινία που βασίζεται σε θεατρική ιδέα, άρα έχει και θεατρικό στήσιμο, μπορεί να είναι διασκεδαστική, αξιοπρεπέστατη και διόλου βαρετή. Εμείς πάλι, σιγά να μην έχουμε τέτοια κολλήματα. Χωρίς φόβο και πάθος, λοιπόν, μπορούμε να διαλαλήσουμε την ικανοποίησή μας από το ευφάνταστο εγχείρημα του Μυριανθόπουλου που τιτλοφορείται Μόλις Χώρισα, να βγάλουμε στα τσάκα-τσάκα το συμπέρασμα ότι από το θέατρο θα ξεπηδήσουν αυτοί που θα δώσουν το φιλί της ζωής στον ελληνικό κινηματογράφο (χα) και να προχωρήσουμε στο παρασύνθημα.

Το Θέατρο Μελίνα ποιος το θυμάται πια (είναι χωμένο κάπου ανάμεσα στα γκλαμουράτα κοσμηματοπωλεία της Βουκουρεστίου και η ταινία μας κλείνει το μάτι, αφού τα γυρίσματα της τελευταίας σκηνής γίνονται εκεί, στο ίδιο τετράγωνο). Εκεί είδε για πρώτη φορά τα φώτα της ράμπας η ξεκαρδιστική κωμωδία των Μυριανθόπουλου και Χατζηνικολάου το 1998, εκεί την πετύχαμε με το φίλο μου τον Αντρέα που ακόμη θυμάται ότι τα ρούχα είναι νωπά, και ότι εκείνη η Λου και εκείνη η Ηλέκτρα ήταν τόσο φοβερές, που αρνείται προς το παρόν να δει τους κινηματογραφικούς σωσίες τους. Βασικά, επειδή ήταν κομματάκι παλιά και ήμουν νινί ακόμα, άρα δεν έδινα σημασία σε ονόματα και τέτοια, δε θυμάμαι ποιοι μας διασκέδασαν τόσο τότε. Ούτε το φινάλε δε θυμάμαι καλά-καλά, αλλά σίγουρα δεν είχε να κάνει με παντρειές και τέτοια. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι γέλασα.

Άρα, το ότι γέλασα το ίδιο κάπου δέκα χρόνια μετά, δε μπορεί παρά να είναι καλό. Η ιδέα του Μυριανθόπουλου in full gear και με προσθήκες στέκει ακόμα και γεμίζει τις οθόνες με πολύχρωμη αλμοδοβαρική ατμόσφαιρα, σοκολάτες Lacta και τάπερ της Tupperware. Και χεστήκαμε που είναι τόσο εμφανή τα προϊόντα εδώ κι εκεί, λες και δεν είμαστε δα από αυτό τον πλανήτη και δεν ξέρουμε ότι προσπαθούν να διαφημιστούν κι αυτά τα φτωχά. Και στο κάτω-κάτω, καλό είναι να δίνουν τα λεφτά τους οι εταιρείες για τόσο καλούς σκοπούς όπως την παραγωγή ταινιών, έστω και με αυτό το αντίτιμο (μήπως να το κάνω κι εγώ πάγια τακτική, σκέφτομαι, το on screen-σοκολατοφάγωμα). Από τότε, ο Μυριανθόπουλος με το Μόλις Χώρισα πήγαν τσάρκα παντού. Πέρασαν από το θέατρο Λαμπέτη, το Εγνατία στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και από το Βόλο και μετέδιδαν πάντα την ίδια ενέργεια στο κοινό με τις παραφροσύνες στις οποίες εμπίπτει μία χωρισμένη και οι φίλοι που προσπαθούν να βοηθήσουν την κατάσταση. Το περίεργο δεν είναι λοιπόν ότι έφτασαν τελικά στη μεγάλη οθόνη, αλλά γιατί άργησαν τόσο.

Τώρα όμως είναι εδώ και από τη χαρά μου δεν καταφέρνω να περιοριστώ στο καλούπι μιας άνευρης και αντικειμενοφανούς κριτικής. Όντας από αυτούς που χαίρονται όταν γυρίζονται ελληνικές ταινίες, γιατί μέσα από την ποσότητα θα έρθει οι ποιότητα –όσο κι αν δε θέλουν να το δουν μερικοί—η αντίδρασή μου ήταν θετική εξαρχής. Ούτε καν η συμμετοχή τόσων τηλεοπτικών και πιασάρικων ονομάτων δε με χάλασε, γιατί έχω πίστη στο Μυριανθόπουλο, πως να το κάνουμε (εδώ μέχρι και παιδικό κατάφερε να απογειώσει,--τον Πεταλουδόσαυρο έχω κατά νου).

Το στόρι ισχνό σε δράση, παχυλό όμως σε χαρακτηρολογία και καλογραμμένες ατάκες. Η Ηλέκτρα, ως άλλη τραγική ηρωίδα, χωρίζει απρόσμενα μετά από έξι χρόνια σχέσης ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, αλλά και των γενεθλίων της. Μόνο που δεν το ξέρει. Ο τηλεφωνητής κρύβεται μέχρι και στο ψυγείο για να αποφύγει να ακούσει το δυσοίωνο μήνυμα του χωρισμού, οι φίλοι της κάνουν πάρτυ τρικούβερτο για να την προετοιμάσουν για το συμβάν, ενώ ο αγαπημένος της ζαχαρώνει με μια πιο όμορφη και πιο νέα σε ένα άλλο πάρτι ( προς Guzel μεριά, άσχετο).

Η θεατρικότητα του concept επέβαλλε τα περισσότερα γυρίσματα να είναι εσωτερικά και μάλιστα στην ίδια πολυκατοικία –γιατί η παρέα της Ηλέκτρας ζει όλη μαζεμένοι, Φιλαράκια φάση. Το σκηνικό, ποπ όσο δεν πάει άλλο, στήθηκε στο κλειστό Ολυμπιακό γυμναστήριο της Αρσης Βαρών στη Νίκαια και είναι άκρως προσεγμένο, όσο και τα κοστούμια των ηθοποιών. Επιτέλους, μπορούμε να πούμε ενθουσιώδη μπράβο σε στιλίστα ελληνικής παραγωγής, ύστερα από τις κουλαμάρες του Alter Ego πέρυσι. Η επιλογή του καστ είναι εξαιρετικά επιτυχημένη και ο Μυριανθόπουλος κατάφερε να κρατήσει σχετική ομοιογένεια στο παίξιμο, όσο κι αν η Κωνσταντινίδη έχει μια τάση να ξεφεύγει. Πάντως, αν κρίνω από την ενοχλητικά έξαλλη κατάσταση που της είχε επιτρέψει ο Φασουλής το καλοκαίρι, ο Μυριανθόπουλος γνωρίζει να κρατάει γερά τα γκέμια στους ηθοποιούς του. Η Μακρυπούλια σε νέα εξαιρετική εκδοχή με καμπύλες και με αφέλεια ξανθιάς τη μία, αυτοσυγκράτηση καστανής την άλλη, έδωσε το ρόλο της πολυδιάστατα, χαριτωμένα και όμορφα –αυτό το τελευταίο είναι γνωστό τοις πάσι. Σε αντίθεση με τον γλυκό δε λέω, ομορφούλη δε λέω, Τσιμιτσέλη που συνεχίζει να μην μπορεί να αποχωριστεί αυτό το μονοκόμματο στυλάκι, αυτό το ούγκα-ούγκα που τον διακρίνει από μικρό. Άσε που δεν πιάνει μία για γκόμενος της Μακρυπούλια, αλλά αυτό από μόνο του δε θα το κάναμε θέμα. Η Μαρία Μπακοδήμου πάλι που κάνει καθηλωτική επίδειξη με τάπερ και αναλύει θέματα που αφορούν το μόσχο και τη μανέστρα ήταν λαμπρή επιλογή. Ο Σήφης δε, που να σας λέω.

Το φρενήρες κατά στιγμές μοντάζ μας κατάφερε να κρατηθούμε σε εγρήγορση, εκτός από κάτι ολιγόλεπτες στάσεις όπου η ταινία είπε να γίνει λίγο βίντεο-κλιπ, αλλά γιατί να μη γίνει, βρε αδερφέ, δεν πάει και για Όσκαρ. Αφού έχει ωραίες πειραγμένες εκδοχές του Σήμερα Γιορτάζει Όλη η Γη και του Νύχτα Στάσου, ειδικά αυτού. Οι Μίκρο καταπιάστηκαν με τη μουσική επένδυση, ο Άγγελος Φραντζής κράτησε το ρόλο συμβουλάτορα ως πιο δόκιμος στα κινηματογραφικά κατατόπια και πολλοί, μα πάρα πολλοί βρέθηκαν συμπαραγωγοί στην ταινία που παρουσιάζει μια παρέα που έχει πιο πολλή φαντασία και όρεξη για ζωή και δράμα απ’ ότι όλοι αυτοί που φέρνω στο νου μου. Επιπλέον, η ταινία δε φαίνεται πρόχειρη και φτηνή, μια χαρά τα πάει στα production values, όπως και στη χιουμοριστική οδό που ακολούθησε το marketing: τι πιο πιασάρικο από το να βγαίνει στις αίθουσες μια ταινία με τον τίτλο Μόλις Χώρισα του Αγίου Βαλεντίνου. Σε κάθε περίπτωση, θέλω να καταλήξω στο εξής: η ταινία εκμεταλλεύεται μια χαρά τις αδυναμίες της (γιατί και ο Τσιμιτσέλης θα φέρει κόσμο με την παρουσία του και μόνο, όπως και τα υπόλοιπα ονόματα-κράχτες, όπως και τα τραγουδάκια και το χαχαχουχα και όλα) και δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο. Είναι από αυτές τις ταινίες που κανείς (καλοπροαίρετος) δε θα κατατάξει ως χάσιμο χρόνου ή θα σκεφτεί "τα λεφτά μας πίσω" κι αυτό είναι το πιο σημαντικό. Πολυλόγησα ασύστολα, όμως, και οι στριφνοί δεν πείθονται έτσι κι αλλιώς...

Saturday, February 09, 2008

Το πειρατικό του Κάπτεν Τζιμι

Τα τελευταία χρόνια οι πειρατές είναι πολύ της μόδας. Όχι μόνο επειδή συνδέθηκαν άρρηκτα πλέον με το Johnny Depp ως all time classic αξία, αλλά επειδή όλοι έχουμε μέσα μας κάτι από την παρανομία, τον τυχοδιωκτισμό και το ρομαντισμό τους. Κάθε Απόκριες, με παροιμιώδη αύξηση από τη γέννηση του Jack Sparrow το 2003, η πειρατική αμφίεση δίνει και παίρνει. Το ίδιο ενδέχεται να γίνει και φέτος --είδα ήδη πειρατικές βράκες και καπέλα σε βιτρίνες-- παρόλο που και το τρίτο sequel των Πειρατών της Καραϊβικής είναι πια παρελθόν. Δε μένει παρά να αναφωνήσουμε θλιμμένα, αχ, τι θα κάνουμε χωρίς πειρατές στον ορίζοντα (αλήθεια) ή να υποδαυλίζουμε της ελπίδες μας για καμιά νέα φιλόδοξη παραγωγή του είδους.

Και αν ο Captain Hook, ο αιώνιος αντίπαλος του Peter Pan, μας τρόμαζε με το γάντζο του στην ευαίσθητη ηλικία μας, δεν έγινε το ίδιο με την προσπάθεια αναβίωσης της πειρατικής ταινίας δυο περίπου δεκαετίες πριν από το σκηνοθέτη που κανείς δε θα περίμενε μια τέτοια κίνηση. Κι όμως, ο Roman Polanski αυτοπροσώπως, μετά από τα ψυχολογικά θρίλερ του και τα μωρά της Ροζμαρί, ένιωσε νοσταλγία για τις πειρατικές ταινίες –που εντάσσονται στο σχετικά παραπεταμένο swashbuckler genre, με συναδέλφους τους ταινίες που πιάνουν από τρεις σωματοφύλακες, μέχρι Ζορό, Ρομπέν των Δασών και ό,τι έχει να κάνει με ξιφομαχίες εν γένει και δη για τα μάτια μιας ανεκτίμητης γυναίκας—και έπλασε το δικό του Captain Red στο Pirates με υλικό τους προηγούμενους γενειοφόρους πειρατές και τη στιβαρή κορμοστασιά του Walter Matthau, του Fortune Cookie.

Παίρνοντας αποστάσεις από τα chic swashbuckler με τον Erol Flynn και πολύ μακριά ακόμη από τη gay-ίζουσα και ροκ φιγούρα που έπλασε ο Depp, o Polanski μας έδωσε ένα χοντροκομμένο κατεργάρη Captain Red που αγαπούσε, τι περίεργο, το χρυσό πιο πολύ από τον εαυτό του. “Easier to live without a head, than without gold, you numbskull!”, λέει στο συμπαθή Γάλλο βοηθό του εν ανομίαις Frog, όταν αυτός τον προτρέπει να πετάξει ό,τι απόμεινε από τα λάφυρα στη θάλασσα, για να μην κινήσουν υποψίες. Αυτή η εισαγωγική σεκάνς, άλλωστε, από το establishing shot της σχεδίας στη μέση του πουθενά με το καρχαρία να τους γυροφέρνει, μέχρι το ανέβασμα στην ισπανική γαλέρα, είναι από τις πιο γουστόζικες της ταινίες. Και η αγάπη για το χρυσό είναι το δεσπόζον, η παράλογη δύναμη που οδηγεί τον καπετάνιο στην περιπέτεια, κάνει χαλάστρα στο ειδύλλιο του Frog με την ισπανιδούλα ευγενή και τους γυρνάει εκεί που ξεκίνησαν. Μεσοπέλαγα.

Χιουμοριστικά ευρήματα διανθίζουν ολόκληρη την ταινία και οι έξυπνοι διάλογοι, ο χοντρόπετσος χαρακτήρας του Captain Red και ο απρόσκοπτος ρυθμός κάνουν την ταινία κάτι παραπάνω από συμπαθητική. Και τη βρίσκει κανείς τόσο εύκολα στο e-Mule. Ζήτω οι πειρατές, λοιπόν. Των ημερών μας και οι παλιοί, εξίσου.