Όταν βλέπεις μια ταινία, πότε καταλαβαίνεις αν σ’αρέσει; Μόλις πέφτουν οι τίτλοι; Με το πρώτο πλάνο; Στο πρώτο δεκάλεπτο, στη μέση ή στο τέλος; Άραγε περιμένεις να βγεις από το σκοτάδι του σινεμά στο φως, περιμένεις να τη σκεφτείς και να την ξανασκεφτείς(όπως κάνουν οι ξενέρωτοι ακαδημαικοί) ή να τη συζητήσεις ρουφώντας αχόρταγα τον καπνό του τσιγάρου σου;
Αν είσαι της σκέψης και της περίσκεψης, μη δεις αυτή την ταινία. Θα χαλάσεις την αύρα της με την πολυλογία σου, θα θολώσεις την ομορφιά της με τους αχνούς που η φαιά ουσία σου θα στείλει προς την οθόνη από το αγκομαχητό. Η ομορφιά της τέχνης πρέπει να μείνει ατόφια, η αλήθεια των εικόνων φωνάζει στιγμιαία και αν εσύ δεν την ακούς, καλύτερα μην χάνεις το χρόνο σου.
Μια στο τόσο, βρίσκεται μια ταινία που είναι πραγματικά αυτό που λέει η λέξη: πολύχρωμη ταινία από διάφανες εικόνες που ξετυλίγονται από τη μπομπίνα για να ξεχυθούν σ’ένα άσπρο πανί λουσμένες στο φως. Δεν είναι ένα παραμύθι, ούτε έξυπνες σκέψεις, ούτε φιλοσοφίες του διψασμένου που ζητάει ζείδωρα νάματα, ούτε αληθινή ζωή. Είναι καθαρή ομορφιά, ροή εικόνων αλλοτινών, όχι όπως θα τις έβλεπε η ίριδα του ματιού μας σε μια βόλτα στην πόλη, ίσως μόνο όπως θα τις βλέπαμε στα όνειρά μας. Μια τέτοιου είδους ταινία δεν είναι εμπορικό προϊόν—ή καλύτερα, για όποιους λόγους και να γυρίστηκε, δε μοιάζει με τέτοιο. Μοιάζει φτιαγμένη για γκαλερί ή για μέρη που εκθέτουν όμορφα πράγματα, κάθε πλάνο μπορεί κάλλιστα να κρεμαστεί στον τοίχο ως ευφάνταστη φωτογραφία.
Μια ταινία που προσπαθεί να αγνοήσει το μέσον δια του οποίου πραγματοποιείται, δεν είναι άσχημη, αλλά είναι ιερόσυλη. Ένα βιβλίο πάντα γράφεται σε χαρτί, πάντα γράφεται με μελάνι, όσο και να βυθιζόμαστε μέσα του πάντα έχουμε μπροστά μας λέξεις γραμμένες σε χαρτί με μελάνι. Μια ταινία που αποσιωπεί την παρουσία της κάμερας και προσπαθεί να τακτοποιήσει τις εικόνες έτσι σα να τις συνέλαβε η περαστική ματιά του θεατή, είναι αχάριστη. Γιατί μια κάμερα μπορεί να δει με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, αλλά διαφορετικούς από τα μάτια ενός ανθρώπινου πλάσματος και είναι κρίμα κάποιος να της στερεί αυτή την ικανότητα.
Ο Jun Ichikawa με τον Taishi Hirokawa επέλεξαν να βάλουν την κάμερα όπου εκείνη ήθελε. Και αυτή η κάμερα διάλεξε το μέρος έναντι του όλου, το σχήμα, την υφή, το φως ή το σκοτάδι με γνώμονα ένα γούστο πιο εκλεπτυσμένο και σίγουρα πιο εκκεντρικό από αυτό του Hollywood. Πίνακας με παλ χρώματα, χωρίς εξάρσεις και κραυγαλέες αντιθέσεις, η αύρα που αναδίδει η ταινία μοιάζει με άρωμα ιαπωνικού κήπου. Ο Issey Ogata είναι ο μοναχικός Tony Takitani που ποτέ δεν αισθάνθηκε μοναξιά, μέχρι που την έχασε. Το παίξιμό του είναι τόσο ρευστό και ήρεμο όσο και οι κινήσεις της κάμερας. Ο ρυθμός του ταυτίζεται με το ρυθμό του μάυρου ματιού που τον σημαδεύει, ο πόνος του είναι τόσο βουβός που δεν τον αντέχεις. Ο ανείπωτος λυρισμός (στην εποχή του χύμα), ξενίζει και τρομοκρατεί, αν είσαι όμως τυχερός σε ρουφάει μέσα του σαν κενό αέρος και βγαίνεις από την αίθουσα λίγο πιο ανάλαφρος.
Αν θέλεις να χαθείς μέσα στη διήγηση, αυτή η ταινία σίγουρα δεν είναι για σένα, γιατί μοιάζει λιγάκι με μια ονειρική εφαρμογή της αποστασιοποίησης του Μπρεχτ. Οι ήρωες είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από την κατάσταση που ζουν, η κάμερα κάνει αισθητή την παρουσία της και πολλά πλάνα αντιστέκονται σθεναρά στις αρχές οπτικής οργάνωσης της Gestalt. Αν πάλι προτιμάς να δίνεσαι στις εικόνες, τότε ίσως αξίζει να προσπαθήσεις.
Όσο για το story και άλλα τέτοια παρωχημένα, αυτά θα τα βρείς παντού, άσκοπο να τα επαναλάβω. Βέβαια, ακόμη κι αν πας να συναντήσεις τον Tony Takitani (2004) for such trivialities, ακόμη και τότε δε θα σε απογοητεύσει.
Αν είσαι της σκέψης και της περίσκεψης, μη δεις αυτή την ταινία. Θα χαλάσεις την αύρα της με την πολυλογία σου, θα θολώσεις την ομορφιά της με τους αχνούς που η φαιά ουσία σου θα στείλει προς την οθόνη από το αγκομαχητό. Η ομορφιά της τέχνης πρέπει να μείνει ατόφια, η αλήθεια των εικόνων φωνάζει στιγμιαία και αν εσύ δεν την ακούς, καλύτερα μην χάνεις το χρόνο σου.Μια στο τόσο, βρίσκεται μια ταινία που είναι πραγματικά αυτό που λέει η λέξη: πολύχρωμη ταινία από διάφανες εικόνες που ξετυλίγονται από τη μπομπίνα για να ξεχυθούν σ’ένα άσπρο πανί λουσμένες στο φως. Δεν είναι ένα παραμύθι, ούτε έξυπνες σκέψεις, ούτε φιλοσοφίες του διψασμένου που ζητάει ζείδωρα νάματα, ούτε αληθινή ζωή. Είναι καθαρή ομορφιά, ροή εικόνων αλλοτινών, όχι όπως θα τις έβλεπε η ίριδα του ματιού μας σε μια βόλτα στην πόλη, ίσως μόνο όπως θα τις βλέπαμε στα όνειρά μας. Μια τέτοιου είδους ταινία δεν είναι εμπορικό προϊόν—ή καλύτερα, για όποιους λόγους και να γυρίστηκε, δε μοιάζει με τέτοιο. Μοιάζει φτιαγμένη για γκαλερί ή για μέρη που εκθέτουν όμορφα πράγματα, κάθε πλάνο μπορεί κάλλιστα να κρεμαστεί στον τοίχο ως ευφάνταστη φωτογραφία.
Μια ταινία που προσπαθεί να αγνοήσει το μέσον δια του οποίου πραγματοποιείται, δεν είναι άσχημη, αλλά είναι ιερόσυλη. Ένα βιβλίο πάντα γράφεται σε χαρτί, πάντα γράφεται με μελάνι, όσο και να βυθιζόμαστε μέσα του πάντα έχουμε μπροστά μας λέξεις γραμμένες σε χαρτί με μελάνι. Μια ταινία που αποσιωπεί την παρουσία της κάμερας και προσπαθεί να τακτοποιήσει τις εικόνες έτσι σα να τις συνέλαβε η περαστική ματιά του θεατή, είναι αχάριστη. Γιατί μια κάμερα μπορεί να δει με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, αλλά διαφορετικούς από τα μάτια ενός ανθρώπινου πλάσματος και είναι κρίμα κάποιος να της στερεί αυτή την ικανότητα.
Ο Jun Ichikawa με τον Taishi Hirokawa επέλεξαν να βάλουν την κάμερα όπου εκείνη ήθελε. Και αυτή η κάμερα διάλεξε το μέρος έναντι του όλου, το σχήμα, την υφή, το φως ή το σκοτάδι με γνώμονα ένα γούστο πιο εκλεπτυσμένο και σίγουρα πιο εκκεντρικό από αυτό του Hollywood. Πίνακας με παλ χρώματα, χωρίς εξάρσεις και κραυγαλέες αντιθέσεις, η αύρα που αναδίδει η ταινία μοιάζει με άρωμα ιαπωνικού κήπου. Ο Issey Ogata είναι ο μοναχικός Tony Takitani που ποτέ δεν αισθάνθηκε μοναξιά, μέχρι που την έχασε. Το παίξιμό του είναι τόσο ρευστό και ήρεμο όσο και οι κινήσεις της κάμερας. Ο ρυθμός του ταυτίζεται με το ρυθμό του μάυρου ματιού που τον σημαδεύει, ο πόνος του είναι τόσο βουβός που δεν τον αντέχεις. Ο ανείπωτος λυρισμός (στην εποχή του χύμα), ξενίζει και τρομοκρατεί, αν είσαι όμως τυχερός σε ρουφάει μέσα του σαν κενό αέρος και βγαίνεις από την αίθουσα λίγο πιο ανάλαφρος.
Αν θέλεις να χαθείς μέσα στη διήγηση, αυτή η ταινία σίγουρα δεν είναι για σένα, γιατί μοιάζει λιγάκι με μια ονειρική εφαρμογή της αποστασιοποίησης του Μπρεχτ. Οι ήρωες είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από την κατάσταση που ζουν, η κάμερα κάνει αισθητή την παρουσία της και πολλά πλάνα αντιστέκονται σθεναρά στις αρχές οπτικής οργάνωσης της Gestalt. Αν πάλι προτιμάς να δίνεσαι στις εικόνες, τότε ίσως αξίζει να προσπαθήσεις.
Όσο για το story και άλλα τέτοια παρωχημένα, αυτά θα τα βρείς παντού, άσκοπο να τα επαναλάβω. Βέβαια, ακόμη κι αν πας να συναντήσεις τον Tony Takitani (2004) for such trivialities, ακόμη και τότε δε θα σε απογοητεύσει.
Τον Αλέξη Δαμιανό τον έμαθα στο πρώτο έτος της Σχολής. Τον είδα μπροστά μου, με σάρκα και οστά (με πρωτοβουλία της καθηγήτριας Εύας Στεφανή) να τα έχει κάπως…χαμένα μέσα στη μεγάλη αίθουσα (είναι πάνω από ογδόντα) και να διηγείται ιστορίες απ’ τα παλιά. Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας όμως το ήξερα από πιο μικρή –ποιος δεν το ήξερε; Μόνο που δεν ήξερα την ιστορία του.
Ο Δαμιανός σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο εξαρχής. Μέσα από τη δουλειά του –ξεκίνησε ως ηθοποιός- έκανε τη δική του αντίσταση στην Εποχή της Κατοχής. Μαζί με ηθοποιούς όπως η Αλέκα Παϊζη και με επικεφαλής το Γιώργο Σεβαστίκογλου έγινε το
Η Ευδοκία είναι μια πόρνη. Θέλει να είναι ελεύθερη, θέλει να παντρευτεί, θέλει οι δικοί της να μην ντρέπονται γι’ αυτή. Όμως αφήνεται να την εκμεταλλευτούν, μαθαίνει στα εύκολα. Βολεύεται. Ο χαρακτήρας της σμιλεύτηκε εξαιτίας των κοινωνικών συνιστωσών, της φτώχειας, της αμάθειας αλλά και του φόβου (ο φόβος της φυλάκισης φαίνεται έντονα σε κάποια σημεία). Η πορεία της προς τη χειραφέτηση είναι ένα αδιέξοδο, δε χάνει όμως τίποτα αν προσπαθήσει.
Η τελευταία ταινία του Δαμιανού από μόνη της καλύπτει σχεδόν πενήντα χρόνια της ελληνικής ιστορίας (1941- 1995). Ο Ηνίοχος, φοιτητής πριν από την Κατοχή, φυλακίζεται από τους Ιταλούς. Δραπετεύει και βρίσκει καταφύγιο στα βουνά, μαζί με τους αντάρτες. Η πρώτη του μάχη είναι ένα μακελειό, οι Γερμανοί καίνε ένα ολόκληρο χωριό, μετά από αυτή την εμπειρία ο Ηνίοχος θα συνεχίσει τη δική του Αντίσταση. Απελευθέρωση, εμφύλιος πόλεμος, εκτοπισμοί στη Μακρόνησο. Τα ζει όλα, προσπαθεί να καταλάβει, δεν εμπλέκεται ψυχί τε και σώματι, αλλά κρατάει μια κριτική στάση.