Saturday, May 27, 2006

Tony Takitani: η ομορφιά της τέχνης

Όταν βλέπεις μια ταινία, πότε καταλαβαίνεις αν σ’αρέσει; Μόλις πέφτουν οι τίτλοι; Με το πρώτο πλάνο; Στο πρώτο δεκάλεπτο, στη μέση ή στο τέλος; Άραγε περιμένεις να βγεις από το σκοτάδι του σινεμά στο φως, περιμένεις να τη σκεφτείς και να την ξανασκεφτείς(όπως κάνουν οι ξενέρωτοι ακαδημαικοί) ή να τη συζητήσεις ρουφώντας αχόρταγα τον καπνό του τσιγάρου σου;

Αν είσαι της σκέψης και της περίσκεψης, μη δεις αυτή την ταινία. Θα χαλάσεις την αύρα της με την πολυλογία σου, θα θολώσεις την ομορφιά της με τους αχνούς που η φαιά ουσία σου θα στείλει προς την οθόνη από το αγκομαχητό. Η ομορφιά της τέχνης πρέπει να μείνει ατόφια, η αλήθεια των εικόνων φωνάζει στιγμιαία και αν εσύ δεν την ακούς, καλύτερα μην χάνεις το χρόνο σου.

Μια στο τόσο, βρίσκεται μια ταινία που είναι πραγματικά αυτό που λέει η λέξη: πολύχρωμη ταινία από διάφανες εικόνες που ξετυλίγονται από τη μπομπίνα για να ξεχυθούν σ’ένα άσπρο πανί λουσμένες στο φως. Δεν είναι ένα παραμύθι, ούτε έξυπνες σκέψεις, ούτε φιλοσοφίες του διψασμένου που ζητάει ζείδωρα νάματα, ούτε αληθινή ζωή. Είναι καθαρή ομορφιά, ροή εικόνων αλλοτινών, όχι όπως θα τις έβλεπε η ίριδα του ματιού μας σε μια βόλτα στην πόλη, ίσως μόνο όπως θα τις βλέπαμε στα όνειρά μας. Μια τέτοιου είδους ταινία δεν είναι εμπορικό προϊόν—ή καλύτερα, για όποιους λόγους και να γυρίστηκε, δε μοιάζει με τέτοιο. Μοιάζει φτιαγμένη για γκαλερί ή για μέρη που εκθέτουν όμορφα πράγματα, κάθε πλάνο μπορεί κάλλιστα να κρεμαστεί στον τοίχο ως ευφάνταστη φωτογραφία.

Μια ταινία που προσπαθεί να αγνοήσει το μέσον δια του οποίου πραγματοποιείται, δεν είναι άσχημη, αλλά είναι ιερόσυλη. Ένα βιβλίο πάντα γράφεται σε χαρτί, πάντα γράφεται με μελάνι, όσο και να βυθιζόμαστε μέσα του πάντα έχουμε μπροστά μας λέξεις γραμμένες σε χαρτί με μελάνι. Μια ταινία που αποσιωπεί την παρουσία της κάμερας και προσπαθεί να τακτοποιήσει τις εικόνες έτσι σα να τις συνέλαβε η περαστική ματιά του θεατή, είναι αχάριστη. Γιατί μια κάμερα μπορεί να δει με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, αλλά διαφορετικούς από τα μάτια ενός ανθρώπινου πλάσματος και είναι κρίμα κάποιος να της στερεί αυτή την ικανότητα.

Ο Jun Ichikawa με τον Taishi Hirokawa επέλεξαν να βάλουν την κάμερα όπου εκείνη ήθελε. Και αυτή η κάμερα διάλεξε το μέρος έναντι του όλου, το σχήμα, την υφή, το φως ή το σκοτάδι με γνώμονα ένα γούστο πιο εκλεπτυσμένο και σίγουρα πιο εκκεντρικό από αυτό του Hollywood. Πίνακας με παλ χρώματα, χωρίς εξάρσεις και κραυγαλέες αντιθέσεις, η αύρα που αναδίδει η ταινία μοιάζει με άρωμα ιαπωνικού κήπου. Ο Issey Ogata είναι ο μοναχικός Tony Takitani που ποτέ δεν αισθάνθηκε μοναξιά, μέχρι που την έχασε. Το παίξιμό του είναι τόσο ρευστό και ήρεμο όσο και οι κινήσεις της κάμερας. Ο ρυθμός του ταυτίζεται με το ρυθμό του μάυρου ματιού που τον σημαδεύει, ο πόνος του είναι τόσο βουβός που δεν τον αντέχεις. Ο ανείπωτος λυρισμός (στην εποχή του χύμα), ξενίζει και τρομοκρατεί, αν είσαι όμως τυχερός σε ρουφάει μέσα του σαν κενό αέρος και βγαίνεις από την αίθουσα λίγο πιο ανάλαφρος.

Αν θέλεις να χαθείς μέσα στη διήγηση, αυτή η ταινία σίγουρα δεν είναι για σένα, γιατί μοιάζει λιγάκι με μια ονειρική εφαρμογή της αποστασιοποίησης του Μπρεχτ. Οι ήρωες είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από την κατάσταση που ζουν, η κάμερα κάνει αισθητή την παρουσία της και πολλά πλάνα αντιστέκονται σθεναρά στις αρχές οπτικής οργάνωσης της Gestalt. Αν πάλι προτιμάς να δίνεσαι στις εικόνες, τότε ίσως αξίζει να προσπαθήσεις.

Όσο για το story και άλλα τέτοια παρωχημένα, αυτά θα τα βρείς παντού, άσκοπο να τα επαναλάβω. Βέβαια, ακόμη κι αν πας να συναντήσεις τον Tony Takitani (2004) for such trivialities, ακόμη και τότε δε θα σε απογοητεύσει.

Friday, May 05, 2006

Αλέξης Δαμιανός

Τον Αλέξη Δαμιανό τον έμαθα στο πρώτο έτος της Σχολής. Τον είδα μπροστά μου, με σάρκα και οστά (με πρωτοβουλία της καθηγήτριας Εύας Στεφανή) να τα έχει κάπως…χαμένα μέσα στη μεγάλη αίθουσα (είναι πάνω από ογδόντα) και να διηγείται ιστορίες απ’ τα παλιά. Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας όμως το ήξερα από πιο μικρή –ποιος δεν το ήξερε; Μόνο που δεν ήξερα την ιστορία του.

Ο Αλέξης Δαμιανός γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Μετράει χρόνια και σημαντικά γεγονότα: έζησε όλη την ιστορία που εμείς απλώς διαβάζουμε, την ιστορία που αυτόν τον ώθησε στη δημιουργία. Το λέω αυτό, γιατί συμφωνώ με τη γνώμη εκείνων που θέλουν το ρεύμα των κινηματογραφιστών της γενιάς του ΄60 να μάχεται με τις ταινίες του εναντίον της Χούντας των Συνταγματαρχών(1967-1974) και να προσπαθεί να αποδώσει την «ελληνικότητα» ενάντια στις έντονες αμερικάνικες επιρροές της εποχής. Η Ευδοκία (1971), καθώς και η πρώτη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Αναπαράσταση (1970) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του κινηματογράφου που ο κριτικός Φώτης Αλεξίου ονόμασε «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος». Είναι το νέο αυτό ρεύμα που θέλησε να εναντιωθεί στον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής, τα ηνία του οποίου κρατούσε η Φίνος Φιλμς και να ασχοληθεί με έναν τύπο ανεξάρτητου κινηματογράφου - που έχει ίσως ομοιότητες με τη γαλλική Nouvelle Vague.

Ο Δαμιανός σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο εξαρχής. Μέσα από τη δουλειά του –ξεκίνησε ως ηθοποιός- έκανε τη δική του αντίσταση στην Εποχή της Κατοχής. Μαζί με ηθοποιούς όπως η Αλέκα Παϊζη και με επικεφαλής το Γιώργο Σεβαστίκογλου έγινε το Λαϊκό Θέατρο με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Αυτή την πρώτη φορά όπως και πολλές φορές αργότερα, οι αρχές κατάφερναν να τα χαλάνε όλα.

Ίδρυσε το «Πειραματικό Θέατρο» και το θέατρο «Πορεία». Σκηνοθέτησε και έπαιξε σε θεατρικές παραστάσεις, έπαιξε σε ταινίες όπως ο Κλέφτης του Παντελή Βούλγαρη ή ο Καιρός των Ελλήνων του Λάκη Παπαστάθη. Έγραψε δύο θεατρικά έργα «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» και «Ένα αγκάθι στο σπιτικό μας», έκανε τρεις από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών και...συνεχίζει. Δε σνόμπαρε ούτε την τηλεόραση (Παράξενος Ταξιδιώτης, Πατούχας). Το 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έκανε αφιέρωμα στη δουλειά του με τον τίτλο «Αλέξης Δαμιανός: Ο Λυρισμός της Βίας». Και δε θα μπορούσε να του δώσει πιο αντιπροσωπευτικό τίτλο.

Το Μέχρι το Πλοίο κατέδειξε τον ποιητικό οίστρο του. Ήρθε η Ευδοκία, μια ιστορία μεστή και συγχρόνως απέριττη να τον φτάσει στο απόγειό του. Το comeback του ήταν πολυαναμενόμενο. Ο Ηνίοχος ήρθε λίγο αργά και ίσως μάλιστα να άφησε κάποιους απογοητευμένους. Ολοκλήρωσε πάντως μια πορεία –μια χαλαρή τριλογία την έχουν χαρακτηρίσει άλλοι- στον ελληνικό χωροχρόνο που κάλυψε το διάστημα από το 1966 μέχρι και το 1995.

Ο Αλέξης Δαμιανός έσβησε τη Πέμπτη 4 Μαίου 2006 στις 1:20 το μεσημέρι στο σπίτι του στην Εκάλη.



Μέχρι το Πλοίο
Το θέμα της ταινίας ήταν το 1966 εξαιρετικά επίκαιρο. Ένας βουνίσιος σπρωγμένος από τις δυσκολίες επιβίωσης που αντιμετωπίζει, αποφασίζει να πάρει το καράβι για την Αυστραλία. Βλέπουμε το ταξίδι του ήρωα από το ορεινό χωριό του μέχρι το λιμάνι του Πειραιά. Η ταινία είναι στην ουσία ένα τρίπτυχο, αποτελείται από τη συρραφή τριών διηγημάτων και δείχνει τα στάδια της κατάβασης του ορεσίβιου.

«Το Δαχτυλίδι» του Σπύρου Πασαγιάννη αποτελεί υλικό για το πρώτο μέρος της ταινίας. Μέσα στο βουκολικό τοπίο ξετυλίγεται μια ιστορία αντιζηλίας μεταξύ δυο φίλων και τους οδηγεί στη σύγκρουση. Αυτό είναι και το καταλυτικό γεγονός για να κάνει τον ένα να τα αφήσει όλα πίσω. Το επόμενο στάδιο είναι ο κάμπος, εκεί όπου γίνεται μάρτυρας του ερωτικού ξυπνήματος μιας νεαρής βοσκοπούλας –το κομμάτι αυτό βασίζεται στη «Νανότα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Ο ήρωας φτάνει τελικά στην πόλη όπου περιμένοντας να έρθει το καράβι μένει σε ένα φτωχόσπιτο που το μοιράζεται με ένα ζευγάρι. Περιμένοντας, θα δει πως είναι όταν η αγάπη τελειώνει, όταν τα δύο παλεύουν να γίνουν ξανά ένα. Αυτό το μέρος βασίζεται σε διήγημα του ίδιου του Δαμιανού και μας αφήνει την πιο πικρή αίσθηση.

Ο ήρωας, που τον υποδύεται ο ίδιος ο Δαμιανός, φεύγει από την πατρίδα του όχι μόνο εξαιτίας της φτώχιας, αλλά γιατί τίποτα πια δεν το κρατάει πίσω. Το μοτίβο της αγάπης όπως περνάει στις διάφορες μορφές της στις τρεις ιστορίες αφήνει να υπονοηθεί πως θα ήταν το μόνο που ίσως να μπορούσε να τον κρατήσει.

Χαρακτηριστική ασπρόμαυρη φωτογραφία και εναλλαγές ρυθμού. Η ταινία ήταν στο πρόγραμμα προβολών για τις Ελληνικές Σπουδές του Princeton University φέτος, ακριβώς λόγω της πιστότητας με την οποία αποδίδει το ελληνικό τοπίο και ιδιοσυγκρασία.



Ευδοκία
Τότε, στο πανεπιστήμιο, στην κατάμεστη με περίεργους φοιτητές αίθουσα, είδα μόνο μια σκηνή απ’ την ταινία, τη σκηνή με την κούνια. Η Ευδοκία μέσα στο βουνίσιο τοπίο, ερωτευμένη, γελάει. Κάνει κούνια και ξεκαρδίζεται στα γέλια, ο λοχίας της την κουνάει όλο και πιο δυνατά, νομίζουμε ότι το σχοινί θα σπάσει και ο γκρεμός θα την καταπιεί και αυτή γελάει, όλη της η ψυχή, όλη της η ανεμελιά είναι μέσα σ’ αυτό το γέλιο.

Βλέποντάς την ολόκληρη, κατάλαβα γιατί έγινε τόσος ντόρος γι’ αυτήν (ψηφίστηκε καλύτερη ελληνική ταινία το 1985). Καταρχήν, για την πρωταγωνίστρια. Η Κύπρια Μαρία Βασιλείου ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών όταν γύρισε την ταινία. Ήρθε από το Λονδίνο στην Αθήνα ειδικά για τα γυρίσματα και τα κατάφερε θαυμάσια, αν αναλογιστούμε ότι δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός. Πάντως, το γάργαρο γέλιο της δεν είναι ακριβώς…δικό της. Η πρωταγωνίστρια-που μιλούσε με μεγαλύτερη ευκολία αγγλικά, παρά ελληνικά- ντουμπλαρίστηκε και η φωνή που ακούμε στην ταινία είναι αυτή της Ελένης Ροδά.

Η ταινία γυρίστηκε σε όχι ευνοϊκή στιγμή για την ελληνική πραγματικότητα (1971). Επί εποχής χούντας ο μόνος τρόπος να κάνει ο σκηνοθέτης το σχόλιό του για την πολιτική κατάσταση ήταν με υπονοούμενα. Οι στρατιώτες επιδίδονται σε γυμνάσια κάτω από τον καυτό ήλιο ξανά και ξανά. Αυτή η καταπίεση, κάπως πρέπει να βγει διαφυγή. Πως; Πάνω σ’ ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Εκεί που αρχίζουν όλα.

Η ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά κλειστοφοβική είναι με τα εκτυφλωτικά, ανοιχτά της πλάνα. Όμως κάτι φαίνεται να παραμονεύει, δεν υπάρχει μέρος απόλυτα ασφαλές, το ξέσπασμα είναι μόνο ένα βλεφάρισμα μακριά.

Η Ευδοκία είναι μια πόρνη. Θέλει να είναι ελεύθερη, θέλει να παντρευτεί, θέλει οι δικοί της να μην ντρέπονται γι’ αυτή. Όμως αφήνεται να την εκμεταλλευτούν, μαθαίνει στα εύκολα. Βολεύεται. Ο χαρακτήρας της σμιλεύτηκε εξαιτίας των κοινωνικών συνιστωσών, της φτώχειας, της αμάθειας αλλά και του φόβου (ο φόβος της φυλάκισης φαίνεται έντονα σε κάποια σημεία). Η πορεία της προς τη χειραφέτηση είναι ένα αδιέξοδο, δε χάνει όμως τίποτα αν προσπαθήσει.

Ρεαλισμός, σκληρό φως, γυμνά τοπία. Ο Δαμιανός μας δείχνει την Ελλάδα του τότε, μια Ελλάδα μίζερη αλλά με διάθεση για ζωή. Η ποιότητα ζωής ως όρος δεν έχει εφευρεθεί ακόμη. Οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στην πόλη και τη φύση. Όμως η πόλη της Ευδοκίας έχει φτωχογειτονιές, άδεια σοκάκια, χωράφια. Φαίνεται φτωχή, αθεράπευτα φτωχή, ταιριάζει γάντι στους ήρωές της.



Ηνίοχος
Η τελευταία ταινία του Δαμιανού από μόνη της καλύπτει σχεδόν πενήντα χρόνια της ελληνικής ιστορίας (1941- 1995). Ο Ηνίοχος, φοιτητής πριν από την Κατοχή, φυλακίζεται από τους Ιταλούς. Δραπετεύει και βρίσκει καταφύγιο στα βουνά, μαζί με τους αντάρτες. Η πρώτη του μάχη είναι ένα μακελειό, οι Γερμανοί καίνε ένα ολόκληρο χωριό, μετά από αυτή την εμπειρία ο Ηνίοχος θα συνεχίσει τη δική του Αντίσταση. Απελευθέρωση, εμφύλιος πόλεμος, εκτοπισμοί στη Μακρόνησο. Τα ζει όλα, προσπαθεί να καταλάβει, δεν εμπλέκεται ψυχί τε και σώματι, αλλά κρατάει μια κριτική στάση.

«Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα ζούμε σε σύγκρουση», λέει ο Δαμιανός. Δανείστηκε το αιώνιο σύμβολο, τον Ηνίοχο των Δελφών, για να δείξει αυτόν ακριβώς τον αγώνα που συνεχίζεται, τη ζωή που συνεχίζεται. Ο μπρούτζινος Ηνίοχος ατενίζει το μέλλον με ελπίδα.

Οι εικόνες με τις πράσινες βουνοπλαγιές και το γλέντι των ανταρτών, το πηγάδι είναι αυτές που θυμάμαι πιο έντονα. Αυτό που τώρα φαίνεται φολκλόρ ήταν κάποτε «εμείς» και η ταινία βοηθάει τη θύμηση να μην ξεθωριάζει.