Showing posts with label Movie. Show all posts
Showing posts with label Movie. Show all posts

Monday, January 25, 2010

Σαχλές επιλογές

Το πρώτο σαββατοκύριακο που είχα χρόνο να τον σκορπίσω στο βρόντο, δεν είχα μυαλό για επιλογές. Ναι, μερικές φορές συμβαίνει ακόμη και αυτό, αισθάνεσαι ανίκανος να επιλέξεις, τα αντανακλαστικά δε λειτουργούν, έχεις ξεμείνει προσωρινά από προτιμήσεις. Σε ρωτάνε τι θέλεις να φας και εσύ το αφήνεις στη διακριτική ευχέρεια του συνδαιτημόνα σου. Σε ρωτάνε τι θέλεις να δεις και εσύ ίσως αμυδρά σκέφτεσαι "κάτι χαρούμενο", "κάτι γνωστό" ή απλώς "κάτι καλό", αλλά όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί αρχίζουν να λιώνουν σα τα ρολόγια του Νταλί και τελικά απλώς βελάζεις "ναι, ναι" σε ό,τι σου δείξουν. Δεν έχεις κουράγιο να αποφασίσεις, δεν έχεις σθένος να επιχειρηματολογήσεις υπέρ της γνώμη σου. Τίποτα δεν έχεις. Μόνο πολύ χρόνο να ξοδέψεις.

Cinema-wise, τον ξόδεψα σπάταλα και απερίσκεπτα, τελικά. Τσίτος, σκέφτηκα, σημαίνει Ακαδημία Πλάτωνος, άρα μια κάποια εγγύηση και είπα το ναι. Θυμόμουν τα περί υποψηφιότητας για Άρκτο τότε, ήταν παλιά, ήταν μόλις 2001. Πόσο πολύ γέρασε ο Φίλιππος μέσα σε 8 χρόνια, πόσο πολύ. Τότε ήθελε να μιμηθεί λίγο απ' όλα: ευρωπαϊκό σινεμά με θεατράλε αισθητική, μπριόζικο παίξιμο και τρελό συνοθύλευμα χαρακτήρων, εκκωφαντικές μουσικές, --ήθελε τάχα να γίνει Κοστουρίτσα στη θέση του Κοστουρίτσα; Είχε μια βαλίτσα που ξεχείλιζε με ξεχειλωμένα νοήματα: για το κενό της ζωής, την αποτυχία, τον απογαλακτισμό από όλα, την πατρίδα, τους γονείς, οτιδήποτε "δικό", και όλα αυτά από την αντίθετη πλευρά: κάτι που τάζεις σε στιγμή οίστρου, και μετά αρχίζει να σου φαίνεται γελοίο, όπως μια πρόταση γάμου. Κάτι που κάνεις για να απελευθερωθείς, μα, τελικά τη γλιτώνεις παρά τρίχα. Κάτι που βλέπεις σα βάρος, αλλά όταν το κοιτάξεις καλύτερα στο πρώτο φως του ήλιου, σου θυμίζει αμυδρά την αγάπη στην οποία λίγο έλειψε να πιστέψεις. Έκανε μια μακρόσυρτη, κάπως κουραστική ταινία. Όμορφη, τώρα που τη σκέφτομαι, αλλά κουραστική. Ούτε καινοτόμα, ούτε πολύ φρέσκια, ούτε καν προκλητική. Ένα κλασικό πάτωμα παλιού σπιτιού από μωσαϊκό που έχει το γούστο του, αλλά μόνο αν κάνεις τον κόπο να σκύψεις και να το περιεργαστείς. Το δικό μου σπίτι δεν είναι γλυκό, όπως ούτε και το My Sweet Home .

Υπήρχαν και χειρότερες επιλογές: κι άλλα φανταχτερά ονόματα παρελαύνουν στη συνέχεια (ίσως τελικά λίγο κούφια;) Η Rebecca Miller δεν ήταν τόσο κακή, κόρη επιφανούς ανδρός γαρ, όσο είχα δει μόνο το The Ballad of Jack and Rose (2005). Ίσα-ίσα, όλη εκείνη η φύρδην-μύγδην σχέση του μπαμπά (Daniel --πρώην συζύγου της--Day-Lewis) με την κόρη και όλους τους υπόλοιπους είχε ένα ενδιαφέρον. Ίσως να μου φάνηκε, βέβαια, γιατί στο ενδιάμεσο της θέασης έκανα κι άλλα σχεδόν ενδιαφέροντα πράγματα. Τώρα όμως η Rebecca μου φάνηκε πολύ βαρετή, ακόμη περισσότερο από την ίδια την Pippa Lee, η οποία, ως χαρακτήρας, είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον, το οποίο η βαρετή Rebecca δεν βρήκε το σωστό τρόπο να αφήσει να βγει στην επιφάνεια. Καλές ερμηνείες και έξυπνα νυχτοπερπατήματα, κι άλλα τόσα κλισέ και ψεύτικοι, ανυπόστατοι χαρακτήρες. Βαριέμαι ακόμη και να επεκταθώ. Μια κάποια αισθητική την είχε, βέβαια.

Το τελευταίο φιάσκο ήταν τέτοιο, που θα αρκεστώ να το συνοψίσω σε μία σειρά: I Hate Valentine's Day: Written, Directed by and Starring: Nia Vardalos. Άουτς!

Wednesday, November 25, 2009

Did you hear about the Morgans?

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποιόν της ταινίας --δεν ανήκει στην κατηγορία αυτών που βλέπονται με προσδοκίες βάθους και πρωτοπορίας σε οποιοδήποτε τομέα-- κι όμως I'm dying to watch it. Τα δήθεν πλέον τα ξεπεράσαμε προ πολλού, όχι; Υπάρχει όχι ένας, αλλά δύο καλοί λόγοι για να χαρώ παρακολουθώντας τις, κατά πάσα πιθανότητα, χαζές και generic περιπέτειες ενός ζευγαριού που ενώ έχει την τέλεια ζωή έξωθεν, η σχέση του καταρρέει, πόσο μάλλον όταν αναγκάζεται να μετακομίσει στην εξοχή για να προστατευτεί από κάτι δολοφόνους. Hugh Grant. Sarah Jessica Parker. Μαζί. Πόσο πιο γλυκά να ταιριάξουν οι αδυναμίες μου; Το 0h-so-hot, but a real bastard αφεντικό της Bridget Jones είναι παντρεμένο με την Carry Bradshaw. Με κουμπάρο το σκηνοθέτη του Music and Lyrics. Και μετά;

18 Δεκεμβρίου από την άλλη πλευρά της γης και σε 'μας, γκρρρμφφφ, την πρώτη εβδομάδα του νέου έτους. Εντάξει, ανυπομονώ να ακούσω αυτή την κατσίκα να βελάζει μπροστά στα μούτρα της στιλάτης Carry. Έχω μεγάλη περιέργεια να δω πως θα το αντιμετωπίσει.

What about you? Did you hear about the Morgans?

Sunday, November 22, 2009

The Twilight Saga: New Moon

Κοριτσάκια παθαίνουν υστερία όταν εμφανίζεται ο σκοτεινός ήρωας που λαμπυρίζει στον ήλιο και στη συνέχεια όταν το six-pack του άγριου και ευέξαπτου λυκάνθρωπου γεμίζει την οθόνη. Σύσσωμο σινεμά χειροκροτάει όταν αρχίζει η ταινία, παθαίνει σύνδρομο στέρησης αμέσως μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους --είναι ποτέ δυνατόν ταινία να τελειώνει στο -Will u marry me?, σαν την πιο λαϊκιστική σαπουνόπερα για θείτσες;-- και έχει κατεβάσει το Twilight στο i-phone του. Εντυπωσιακά, κενά νοήματος πλάνα, επιφανειακοί χαρακτήρες, σχηματικό σενάριο. Κι όμως η Stephenie Meyer έχει κάνει την τύχη της, πιο πολύ και από τη J.K.Rowling που απέκτησε εκατομμύρια εκεί που δε μπορούσε ούτε σάντουιτς στα Starbucks να αγοράσει. Το ίδιο και οι νεαροί πρωταγωνιστές, παρότι, αν το δεις πιο καθαρά, δεν είναι τελικά καρακουκλιά. Μέτρια πράγματα, πιστευτά, όσο κι αν αυτό ακούγεται τραγική παραδοξολογία.

Ίσως εκεί κρύβεται η εξήγηση στην πιο απίθανη επιτυχία των τελευταίων ετών. Σου δίνει όση αληθοφάνεια, μέσα στην κραυγαλέα αναληθοφάνεια, μπορείς να αντέξεις. Ένα χαριτωμένο κορίτσι, ένα απλό girl-next-door και όχι η θεά του σχολείου γίνεται αντικείμενο λατρείας του πιο χλωμού και μελαγχολικού αγοριού της τάξης. Νεανικός ανεκπλήρωτος έρωτας εξαιτίας του σκοτεινού μυστικού, της απόκοσμης φύσης του ενός που καταλήγει σε σπαραξικάρδιους αποχωρισμούς, μαύρους εφιάλτες, άλλες γοητευτικές συναντήσεις με το απόκοσμο και ούτω καθεξής. Όμως ναι, η αληθοφάνεια είναι εκεί και βροντοφωνάζει πόσο όλοι βαριούνται την κοινότοπη ζωή τους, πόσο αποζητούν ένα eternal love-story, πόσο θα ήθελαν να ζουν στο "μια φορά κι έναν καιρό...". Όλοι οι teenagers του κόσμου θα προτιμούσαν, τελικά, να ζουν στα παραμύθια. Reality sucks, oh, yes, indeed. Όχι, βέβαια, ότι χρειαζόμασταν το Twilight Saga για να το καταλάβουμε, το βλέπαμε ήδη από τις εποχές του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, του Harry Potter, αν και λίγο πιο αμυδρά. Τελικά, είναι παρήγορο το γεγονός της μαζικής υστερίας για το μεταφυσικό και το παραμυθένιο, πρόκειται για μια υπολογίσιμη δύναμη νέων ανθρώπων που αναρωτιέμαι αν θα καταφέρουν ποτέ να συμβιβαστούν όπως οι προηγούμενες γενιές, να ζωστούν τα λουριά και να τραβούν κουπί στις γαλέρες των κεφαλαιοκρατών. Ποιος τάχα μαντεύει τι θα συμβεί όταν το νέο φεγγάρι ανατείλει.


Friday, October 23, 2009

Julie & Julia: μην πετάτε γιαούρτια, λέμε

Οι μισοί εκεί έξω σνομπάρουν την ταινία της Nora Ephron Julie & Julia, παραπέμποντάς μας στoν πιο βαρύ χαρακτηρισμό για ταινία ( που την κάνει, εδώ που τα λέμε, χειρότερη κι από πορνοταινία), αυτήν της "γυναικείας" ταινίας, ενώ οι άλλοι μισοί που τη βλέπουν είναι προφανώς γυναίκες, ήτοι ανίκανες να καταλάβουν πόσο μάπα είναι και πολύ κατίνες για να βαρεθούν βλέποντάς την, επειδή έχουν επικεντρωθεί στο συνολάκι της διπλανής τους. Να, όμως, που οι λάθος εκτιμήσεις δεν έχουν συνυπολογίσει το σοβαρό ποσοστό όσων περνούν ευχάριστα την ώρα τους παρέα με τις δυο Τζούλιες, παρακολουθώντας με αφοσίωση την ταινία δίχως φόβο και πάθος, άρα, κάπως... αντικειμενικά.

Γιατί μια ταινία που έχει γραφτεί και σκηνοθετηθεί από γυναίκα, έχει δύο βασικούς γυναικείους καθώς και δυο απαραίτητους (όχι μόνο υποστηρικτικούς ή γλάστρες) αντρικούς χαρακτήρες και ασχολείται με τη μαγειρική εξόφθαλμα μεν, όχι κατ' ουσίαν δε, να θεωρηθεί γυναικεία; Δεν πρόκειται για την ιστορία δυο ανθρώπινων όντων στο δρόμο προς την ολοκληρωση και την ανακάλυψη του εγώ τους; Δεν είναι η διαδικασία της ολοκλήρωσης και της κατάκτησης ενδιαφέρουσα από κάθε άποψη, με όποιον τρόπο και να γίνεται αυτή, είτε γίνεται μέσα από αιμοσταγείς περιπέτειες, εγκεφαλικά δράματα, πολέμους, ποδοσφαιρικούς αγώνες ή έστω με... μαγειρέματα; Όταν μια γυναίκα που ενώ δεν έχει καμιά άλλη ασχολία πέρα από τα "οικοκυρικά", γράφει ύστερα από προσπάθειες χρόνων το πιο γνωστό βιβλίο γαλλικής κουζίνας στην Αμερική (Mastering the Art of French Cooking), με την πλήρη στήριξη του αγαπημένου της, δεν αξίζει να παρακολουθήσει κανείς την πορεία της; Πόσο μάλλον, όταν η δική της ζωή δίνει έμπνευση και νοηματοδοτεί την ανούσια, γραφειοκρατική και ανέμπνευστη δουλειά μιας άλλης νέας γυναίκας, που αισθάνεται ότι δεν έχει στον ήλιο μοίρα, μέχρι να εκδόσει σε βιβλίο το diary blog της υπό τον τίτλο Julie and Julia: 365 Days, 524 Recipes, 1 Tiny Apartment Kitchen και να γίνει σημαντική όχι μόνο για τον αγαπημένο της, αλλά και για μερικούς ακόμη αναγνώστες που λατρεύουν το drama και το φαί; Προφανώς, το γράψιμο ενός βιβλίου, η πορεία ενός ανθρώπου που του αρέσει να διηγείται, όπως καθένα μας, προς την επαγγελματική καταξίωση και την ανα/απο-κάλυψη του ιδιαίτερου ταλέντου του για αφήγηση δεν είναι γυναικεία ή αντρική, είναι ανθρώπινη υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση, μπορεί μια ταινία στον τίτλο της οποίας φιγουράρουν δυο γυναικεία ονόματα να μην αποτελεί κράχτη ή ο χαρακτήρας της Julia Child να μη γίνεται ιδιαίτερα συμπαθής εξαιτίας αυτού του τρομαχτικού ένρινου λόγου της ή πάλι η σκηνοθεσία να είναι συντηρητική, όμως το χιούμορ της ταινίας είναι κατά κύριο λόγο αυθεντικό και ευχάριστο (όχι ξενέρωτο και εμετικό, όπως σε μερικές αντίστοιχες "αντρικές" ταινίες), η υποκριτική της Streep και της Adams καίρια, για να μην πούμε για τον Stanley Tucci και τα production values αντάξια των πρωταγωνιστών. Όλα αυτά μαζί δεν κάνουν μια ταινία αριστούργημα, αλλά σίγουρα την καθιστούν αξιοπρεπή. Γιατί, όταν αναζητούμε κάτι σε μια ταινία και δεν το βρίσκουμε, απλώς δεν ψάξαμε καλά. Εκτός αν προσπαθούσαμε να βρούμε επαναστατικές ιδέες ανατροπής του κατεστημένου σε μία ρομαντική κομεντί ή δυσνόητα λογοπαίγνια σε μια ταινία slapstick, πράγμα προφανώς αδύνατο. Δεν είναι, φυσικά, λόγος αρκετός για να την απαξιώσουμε.

Tuesday, October 13, 2009

London Film Festival is now 53: no excuse not to discover film in London starting tomorrow

Το πιο όμορφο screencap είναι από το "Jim Jarmusch's latest brave, bizarre and very beautiful film". Εγώ, βέβαια, πάλι είμαι μακριά από το αγαπημένο μου Φεστιβάλ που θα προβάλλει το Limits of Control, αλλά το σημειώνω για όλους εσάς που είστε εκεί κοντά --και είστε πολλοί, πανάθεμά σας.

Η Claire και η Annabel είναι ακόμη στην πυρετώδη οργάνωση των πάντων, μεταξύ άλλων, η Sandra Hebron μάλλον θα είναι για πάντα επικεφαλής και οι Έλληνες δημοσιογράφοι πλέον ανακάλυψαν το Φεστιβάλ που πριν μερικά χρόνια ούτε που το 'χαν ξανακούσει.

Είστε καλοί στο name dropping? Το ξέρατε ότι το Λονδίνο είναι το καλύτερο μέρος να δείτε γαλλικό σινεμά, ύστερα από το Παρίσι; French Revolutions, η επιλογή σας, και ο Yvan Attal θα μπερδευτεί ερωτικά με τη Valeria Bruni-Tedeschi, η Isabelle Huppert θα καδραριστεί από τη γυναικεία ματιά της Claire Denis, ο Romain Duris θα ομορφύνει πάλι το πανί και θα σκιάσει κάπως τη Charlotte Gainsbourg και η αγαπημένη του Χάρη Emilie Dequenne θα φορέσει τα χρωματιστά της ρούχα υπό τις οδηγίες του André Téchiné. Όμως, καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη; Μάλλον, για ακόμη μια φορά η Kristin Scott Thomas.

Ύστερα, έρχονται όλα αυτά που ακούτε δεξιά και αριστερά, και θα τα δείτε σίγουρα, έτσι κι αλλιώς. Τρέξτε εδώ, αν σας αρέσουν οι πρωτιές: A Serious Man, γιατί οι Cohen δεν παίζονται, The Road, γιατί ο Viggo Mortensen δεν παίζεται, Bright Star, γιατί τη Jane Campion πρέπει να την παίξετε. Είναι κι άλλα, πολλά, αρκεί να βιαστείτε, γιατί πολλά απ' αυτά είναι ήδη fully booked σε κάποια από τις προβολές τους, και, αν είστε τυχεροί, θα έχει και Q & A με τους εκλεκτούς συντελεστές, για τα μάτια σας μόνο. Τσεκάρετε άμεσα το Galas and Special Screenings section.

Μερικά ακόμη που εγώ τουλάχιστον θα έβλεπα, αν ήμουν εκεί: την --με αρκούντως πρωτότυπο τίτλο, Eccentricities of a Blonde-Haired Girl-- ταινία του υπεραιωνόβιου Manoel de Oliveira (κατοστάρισε, πλέον), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Tom Ford -- τι γλυκό, τι καλό, τι συγκινητικό, να βλέπει κανείς ότι υπάρχουν πολυτάλαντοι άνθρωποι και άλλοι που τους παίρνουν στα σοβαρά-- με exceptional πρωταγωνιστικό ζευγάρι για πρώτη φορά να ενώνει την υπερχειλίζουσα ομορφιά του on screen, τους Julianne Moore και Colin Firth και το Astro Boy. Ναι, καλά ακούσατε, σιγά να μην ήμουν εγώ αυτή που θα ντρεπόταν να παραδεχτεί ότι κατά βάθος είναι ένα παιδί που του αρέσουν τα παγωτά και τα κινούμενα σχέδια με ρομποτάκια που περνούν χίλιες μύριες περιπέτειες στον άδικο αυτό κόσμο.

Enjoy, τυχεροί μου θεατές, και για να μεγιστοποιήσετε την απόλαυση, αγοράστε από τα κοντινά στους κινηματογράφους Tesco μια ντουζίνα shortcakes οποιασδήποτε γεύσης για κάθε προβολή. Αξίζουν τις θερμίδες τους.

Wednesday, June 03, 2009

Last House on the Left

Όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει, λέει η παροιμία. Εγώ, πάλι, αφού δεν έχω κόσκινο, μου 'ρθε να περιγράψω την τρομαχτικότερη εμπειρία μου σε σκοτεινή αίθουσα τον τελευταίο καιρό, αντί να γράψω τίποτα σοβαρό, όπως οφείλω.

Ε, ναι, λοιπόν, το ομολογώ, επισκέφτηκα κι εγώ το τελευταίο σπίτι αριστερά. Όχι μόνη, προς θεού, δε θα το άντεχa αλλά με την αδερφή μου, εξίσου άμαθη σε σπλατεριές και λοιπές τρομο-καταστάσεις. Η καημένη, νόμιζε ότι εγώ θα της δίνω κουράγιο τις δύσκολες ώρες, αλλά τελικά κάναμε κανονικό διαγωνισμό καλύτερης τσιρίδας και μάλιστα κάθε δεύτερο λεπτό. Φοβηθήκαμε σε κάθε εν δυνάμει φοβιστική σκηνή, οπότε, μάλλον χάσαμε και τις θερμίδες των νάτσος από τη διώρη ταχυκαρδία.

Ας τα πω και λίγο πιο σοβαρά και ας αποκαλύψω μια μικρή ανεπάρκειά μου, αρχικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ειδική στο συγκεκριμένο genre, για την ακρίβεια ούτε καν έχω δει το ομώνυμο φιλμ του '72 --θέμα είναι αν έχω δει έστω έναν Wes Craven στη ζωή μου. Αν θυμηθώ όμως κάτι κουλά φιλμ με zombies που εντάσσονταν σε κατηγορίες b movies ή cult στη καλύτερη των περιπτώσεων, ετούτη εδώ ήταν πολύ κλασάτη ταινία Όμορφοι πρωταγωνιστές, εξαιρετικά δασκαλεμένοι, φοβερά φωτισμένοι και κινηματογραφημένοι. Βέβαια, είχε κι αλλού όμορφους, αλλά δεν αναδεικνύονταν, ενώ εδώ ο Dennis Iliadis μας άφησε να θαυμάσουμε τα ψηλά πόδια, το γυμνασμένο σώμα και τα καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της λαβωμένης κολυμβήτριας πιο πολύ απ' όσο συνηθίζεται και όχι μόνο ως όλον, αλλά και ως μέρος -- φετιχισμός δεν ονομάζεται, τάχα; μα, και στη σπλατεριά; κι όμως... Επίσης, έπεσε πολύ γκρο και πολύ plan detail γενικά, ώστε να δημιουργηθεί σασπένς, αφού τα ανοιχτά πλάνα είναι πολύ κατατοπιστικά για να είναι μυστηριώδη.Το class συνεχίστηκε και στα χρώματα: υπήρχαν γενικά γήινοι τόνοι, σε κάποιες σκηνές αρκετά κοντά σε χρωματισμούς almost σέπια και το αίμα είχε και αυτό το κατάλληλο (σοβαρό) χρώμα --απέφυγε με σύνεση να είναι κόκκινο-ντοματί. Όπως στην καταπληκτική σκηνή που η εξευτελισμένη μικρή κολυμπάει για να σωθεί μέχρι που τρώει μια σφαίρα στην ωμοπλάτη. Το αίμα πετιέται πίδακας, είναι όμως σκούρο και αληθινό και βάφει τα νερά τόσο καλλιτεχνικά που μοιάζει με πίνακα του Millais (σας διαβεβαιώ, ίδια Οφηλία η Sara Paxton).

Το μελαγχολικό βλέμμα του Spencer Treat Clark του Unbreakable που μεγάλωσε τόσο όμορφα, καδράρεται εξίσου καλά, όπως μόνο ένας μεγάλος ζωγράφος θα ήξερε, και, γενικά, μπορώ να το πω με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, αλλά θα έχει πάντα το ίδιο νόημα: ο Ντένης αγαπάει τους ηθοποιούς του και σέβεται την ηδονοβλεπτική διάθεση του κοινού, γιατί, χωρίς τις ρημάδες τις σωστές γωνίες και τα καλά προφίλ, τι θα ήταν οι ταινίες; Ένα μάτσο χάλια θα ήταν, αν δεν το έχετε ήδη συνειδητοποιήσει.

Το φινάλε της αυτοδικίας με βρίσκει να διαφωνώ κάθετα, ήταν όμως μια ακόμη σκληρή σκηνή και απορώ γενικά πως δεν έφαγε λογοκρισία ένα τόσο προχωρημένο τέλος. Επίσης, δεν ενημερωνόμαστε ποτέ για το αν οι θαρραλέοι γονείς σέρνονταν στα δικαστήρια πολύ καιρό, έτσι που ξέκαναν στο πι και φι, και μάλιστα με τον πιο αιμοβόρικο τρόπο, όχι έναν, ούτε δύο, αλλά τρεις σιχαμένους κακοποιούς. Γιατί, μέχρι ποίου σημείου αντέχει η λέξη "αυτοάμυνα" ως δικαιολογία;

P.S. Και κάτι τελευταίο; Δεν είναι το στήσιμο της Sara ίδιο με της Catherine εδώ; Το ξαναλέω, ο Dennis είναι διαβασμένος, ντε.

Wednesday, October 22, 2008

The Happening: UK DVD release

Σάλο τύπου Orson Welles --μιλάμε για τότε που ο παιχνιδιάρης νεαρός υποτίθεται ότι ανακοίνωσε στη ραδιοφωνική εκπομπή του ότι ήρθαν οι Αρειανοί και προκάλεσε το έλα να δεις, ενώ ο φτωχός απλώς διάβαζε τον Πόλεμο των Κόσμων του H.G. Wells, ναι, ακριβώς το ίδιο στο οποίο είχατε δει τη Dakota να ουρλιάζει και τον Tom τρυφερό πατέρα, στην εκ των υστέρων κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος-- προσδοκούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν οι δημιουργοί της διαφημιστικής καμπάνιας του DVD της τελευταίας ταινίας του Shyamalan The Happening, αλλά οι εποχές ευπιστίας έχουν βέβαια παρέλθει προ πολλού.

Δεδομένου του λονδρέζικου τοπίου της ταινίας, η Premier PR που έχει αναλάβει την προώθηση αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ειδησιογραφικό δικτυότοπο φανταστικής ύλης και περιεχομένου. Τα γράμματα-ψείρες στο κάτω μέρος της σελίδας το δηλώνουν ρητά " This is a fictional website, and these events are not real or based on real people or real events. " Νέα που ανακοινώνουν αυτοκτονίες στο Hyde Park, καταστροφή στο Canary Wharf καθώς και εξαφάνιση μελισσών στην αγγλική ύπαιθρο έφτασαν υπό μορφή newsletter εχθές στο mailbox μας, προκαλώντας σίγουρα την περιέργεια, αλλά διόλου υστερία ή άλλα αισθήματα παρόμοιου τύπου. Δυο κλικ μετά ήρθε η επίσημη σελίδα της DVD και Blu-Ray εκδοχής της ταινίας που κυκλοφορεί στις 3/11 και όλα μπήκαν εντελώς στη θέση τους. Κουρασμένες ιδέες, , αλλά να που τελικά ακόμη δουλεύουν, αφού η σελίδα κέρδισε τα κλικ που της αναλογούν ακόμη κι από μένα. Φαντάσου από τους πιο ψαρωμένους.

Αξίζει ίσως να σημειώσω ότι η περι ης ο λόγος εκδοχή ντιβιντί περιέχει extended version με σκηνές "too shocking for cinemas" και, άκουσον άκουσον, digital copy που μπορείς με όλες τις επίσημες ευλογίες να μεταφέρεις το φιλμ στο laptop σου ή όπου αλλού θέλεις "quick, fast and easy". Btw, quick και fast δε σημαίνει το ίδιο ακριβώς πράγμα ή η αγγλική γλώσσα εξελίσσεται τόσο που δεν την προλαβαίνω;

Wednesday, September 24, 2008

Λίγη Petulia για να ξαποστάσω

Τις δύσκολες ώρες των φεστιβάλ, όταν το αίσθημα του ανικανοποίητου εντείνεται (γιατί δεν έχει βρεθεί ακόμη το επόμενο αριστούργημα) ή όταν απλώς έρχεται ο κορεσμός από το κουρασμένο τώρα η λύση είναι μία, κλασική και εγγυημένη: ρετροσπεκτίβες και αφιερώματα παντός τύπου.

Ό,τι χρονολογείται μερικές δεκαετίες πριν, όντας ξεδιαλεγμένο, εφόσον έμεινε λίγα λεπτά παραπάνω αποτυπωμένο στο οπτικό νεύρο των συγχρόνων του, ώστε να διατηρηθεί και για αργότερα, αξίζει σχεδόν πάντα τον κόπο. Όπως κανείς δεν έχει τίποτα να προσάψει στον Tourneur, έτσι και με το Lester. Εκτός από την αίσθηση περιπέτειας στο storyline --με τη μορφή απολυτα διασκεδαστικής κατάλυσης της γραμμικότητάς του και προς τις δυο φορές-- ο Richard έχει και γούστο στην επιλογή των πρωταγωνιστριών του. Η Petulia (1968) του θεοπάλαβη και χαμένη στην απόγνωση ονομάζεται εκτός οθόνης Julie Christie, ήτοι μπλε μάτια και φυσικά ροζ γεμάτα χείλια σε κοντινό, σε επικίνδυνα κοντινό πλάνο κάθε τρεις και λίγο. Ίσον κόλαση.

Πρόδωσα, βέβαια, τα αισθήματά μου για τη Charlotte. Έπρεπε να δω πρώτα αυτή, ως πρωτανακαλυφθείσα από το συμπατριώτη της: The knack and how to get it, η πρώτη της ταινία ever, για να φτάσει αργότερα σε Zardoz, Portiere di Notte και πολύ μετά στον Ozon. Άκουσα κάτι για κάποια Isild?

Monday, September 22, 2008

Never ending Nights

Όσο κι αν κάνουν όλοι χρυσά (στα λόγια, αν μη τι άλλο) τα πειραματικά ταινιάκια της Isild Le Bescot, εγώ θα ήθελα να διατηρήσω τις επιφυλάξεις μου. Εντάξει, το γνωρίσαμε το Marais από την καλή και από την ανάποδη και, εντάξει, ο Chris Marker είναι θεός και ίσως να έχει κάποιο δίκιο να αναζητάει μια νέα nouvelle vague εδώ κι εκεί (και στο Demi-Tarif), αλλά ας μην υπερβάλλουμε. Και ας μη βιαζόμαστε να βγάζουμε γρήγορα συμπεράσματα. Μπορούμε να αρκεστούμε στην κλασάτη αύρα που αποπνέει η παρουσία της μπροστά στο φακό και μόνο, προς στιγμήν.

Σήμερα, όλοι πετούν τη σκούφια τους για το Tropic Thunder, κυρίως, όσο κι αν αυτό το χιούμορ είναι κομμένο και ραμμένο για μικρά αγοράκια ή αγοράκια που δε μεγαλώνουν ποτέ, αλλά επειδή υπάρχουν πάμπολλοι Πήτερ Παν εκεί έξω (μη σου πω, μονάχα τέτοιοι), θα παίξουμε κι εμείς μπάλα. Θα τροποποιήσουμε λίγο τα αυστηρά μας (ήτοι ξινά, άραγε;) γούστα, γιατί ζούμε για κάτι τέτοιους Πήτερ Παν. Και οι στιγμές μαζί τους είναι πολύτιμες και περνούν και φεύγουν, και επί τη ευκαιρία ίσως να δώσουμε μια second chance στον Πήτερ Παν του αμερικάνικου DIY ή αλλιώς το κουλό και άτεχνο mumblecore τους, το Joe Swanberg. Nights and Weekends περιγράφει στη νέα του ταινία που κάνει πανευρωπαϊκή πρεμιέρα εδώ, παρακαλώ --παρότι η επίσημη αφίσα ούτε να το φτύσει το φτωχο-φεστ μας-- με την ίδια πρωταγωνίστρια του Hannah takes the Stairs που αποπνέει το αντίθετο ακριβώς της γοητείας και προκαλεί μια κάποια νύστα, αλλά εμείς είμαστε γνωστοί στην πιάτσα για το μαζοχισμό μας. Και μόνο.

Thursday, September 11, 2008

How a femme fatale becomes invincible: Bound (1996)

Πάντα αγαπούσα τις μοιραίες γυναίκες. Συχνά τόσο προσηλωμένα, ώστε να μην κάνω ρούπι χωρίς αυτές, χωρίς κάτι από την αύρα τους, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της συνειδητοποίησης ότι ανήκω κι εγώ στο ίδιο γένος. Από κει ήρθε η έντονη αγάπη στο μαύρο χρώμα, στις faux βλεφαρίδες, στο κόκκινο κραγιόν και στα ψηλοτάκουνα, ακόμη και σε όποιο κόψιμο έμοιαζε κάπως με το Νew Look του Dior. Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι τα είδωλά μου με έσερναν απ' τη μύτη είναι σίγουρα η ανάμνηση του πρώτου μου κρυφού τσιγάρου: δεν ήταν σε μια τουαλέτα παρέα με άλλα συνομήλικα κοριτσάκια που πέθαιναν να κάνουν κάτι απαγορευμένο, όχι. Καθρεφτιζόμουν σε μια μισοξεφτισμένη βιτρίνα ενός παλιού μαγαζιού στην Ερμού, γιατί γυρνώντας από μια από τις ανέμελες εφηβικές εξόδους μου, ντυμένη στα μαύρα, μακιγιαρισμένη και με ανάλογο καπέλο, θεώρησα ότι έμοιαζα αρκούντως σε αυτές που τόσο θαύμαζα. Είπα λοιπόν να δω πόσο καλή θα ήμουν και στο τελευταίο κομμάτι της γοητείας τους, στο χειρισμό δηλαδή του πιο προφανούς φαλλικού συμβόλου επάνω τους --που τότε ο νους μου δε μπορούσε ουδόλως να το συλλάβει ως τέτοιο-- πλην όμως με απογοητευτικά αποτελέσματα.

Κάπου στη συνέχεια αντιλήφθηκα πόση δύναμη χαρακτήρα και επίγνωση χειρισμών απαιτεί η επικίνδυνα χειραφετημένη/συνειδητοποιημένη εξωτερική εμφάνιση των γυναικών που κυνηγούν αρσενικά με κινήσεις ύπουλες, μα, φαινομενικά αθώες, όπως το σταύρωμα της γάμπας τυλιγμένης με σκούρο καλσόν ή η ύγρανση των χειλιών συχνότερα από το κανονικό με κραγιόν στο χρώμα του αίματος, μετά έντρομη βρέθηκα (καπακωμένη) στην αντίπερα όχθη του υπάκουου θηλυκού, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη μοιάζω στα είδωλά μου, αλλά να ντρέπομαι να τα επικαλεστώ ως έμπνευση προς αποφυγήν ειρωνικού γέλωτος και αργότερα αναγκάστηκα να απωλέσω το παραμικρό ενδιαφέρον μου για το αρσενικό φύλο. Κυρίως, επειδή οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ των δυο εχθρικών φύλων με εξουθένωσαν και εκ των πραγμάτων ότι η μόνη λύση να τις αποφύγει κανείς είναι η προσκόλληση σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις --έτσι, για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο.

Κάπου εκεί για να επιβεβαιώσει τα συμπεράσματά μου ήρθε (αργά) το Bound (1996) η μεγαλειώδης απαρχή των αδερφών Wachowski --που τους ξέρετε για τις πιο mainstream ματριξοδουλειές τους. Ένα απόλυτα στυλιζαρισμένο neo-noir που τα έχει όλα, όπως οι παραδοσιακοί προκάτοχοί του: μια μοιραία γυναίκα, έναν άντρα που έχει φορτωθεί και συντηρείται κάτω από τις φτερούγες του με αηδία σχεδόν, μερικούς μαφιόζους που συμπληρώνουν την πλοκή και το τρίτο άτομο. Αυτό που έρχεται από το πουθενά, τύπου τυχοδιώκτη με παράνομα θαμπό παρελθόν που θα βοηθήσει τη μοιραία γυναίκα να ξεφύγει από τις δαγκάνες της αποπνικτικής ζωής όπου οικειοθελώς , ας πούμε λόγω κακών υπολογισμών, τοποθετήθηκε, και να μεταπηδήσει στο επόμενο στάδιο, μια νέα ζωή όπου θα της επιτρέπεται να πετάξει την ηλίθια προβιά του αρνιού από πάνω της (i.e. άκακο, άβουλο "piece of sexual candy") και να αφήσει τη μέσα της ύαινα να ξεχυθεί.

Το Bound, όμως, αποφασίζει να πάει παραπέρα κι εδώ κάπου έγκειται η βασική παρέκκλιση από τα κλασικά noir, όπου η μοιραία γυναίκα --όντας αποκλειστική εφεύρεση ανδρών σκηνοθετών-- έχει τέλος μαύρο κι άραχνο, παίρνοντας ενίοτε μαζί της όλα ή έστω κάποια από τα θηράματά της, ήτοι άντρες που γοητεύονται ανεξέλεγκτα και αδυνατούν να διατηρήσουν τις εγκεφαλικές τους λειτουργίες σε ανεκτά επίπεδα. Οι περίεργοι αδερφοί αγαπούν την μοιραία τους Jennifer Tilly, όσο αγαπούν και το χαρακτήρα που εμφανίζεται να τη σώσει από την πολύχρονη δουλεία στη λιγδωμένη αγκαλιά του Caesar. Για να της επιτρέψουν να ζήσει και να ευτυχήσει απαλλαγμένη από την παράδοση που τη θέλει στην πυρά για παραδειγματισμό όσων θηλυκών εκεί έξω επιδίδονται σε αντρικές φαντασιώσεις, τη ζευγαρώνουν με μια butch τόσο λίγο butch όσο η Gina Gershon. Τώρα άνετα μπορούν να ακυρωθούν τα εγωιστικά συναισθήματα που προέρχονται από τη διαφορά φύλου και upbringing και να υπάρξει έστω και η ελάχιστη σύμπνοια. Δυο γυναίκες εναντίον ενός τύπου που ξεπλένει(κυριολεκτικά) χρήμα για τη Μαφία φαίνεται πιο πιστευτό σενάριο από την προηγούμενη μουντή εκδοχή του. Όχι μονάχα πιο πιστευτό, αλλά και θελκτικότερο οπτικά. Γιατί δεν είναι μόνο σωματικό ρίγος αυτό που μοιράζονται οι δυο τους, είναι θα έλεγα και ρίγος που πηγάζει από το (αδύναμο) φύλο τους, μια ζέση, μια πυρετώδης ζάλη να είναι από πάνω, μια καταπιεσμένη έπαρση γυναικείας κοπής που ζητάει να βρει ικανοποίηση.

Πράγμα που σημαίνει ότι, ναι, οι μοιραίες γυναίκες μπορούν άνετα να καταστρώσουν σχέδια άρτια και να τη βγάλουν καθαρή, αρκεί να έχουν χείρα βοηθείας (δώσε βάση), προερχόμενη όμως από το ίδιο φύλο. Τότε, και με την αγαστή βοήθεια κάποιου μη-μισογύνη σκηνοθέτη τα τελευταία πλάνα χαιρετίζουν τον πρόσφατα αποκτημένο πλούτο και την ελευθερία τους, αντί να περιγράφουν παραδειγματικά το χαμό τους. Ίσως πάλι να χαιρετίζουν το ευτυχές ζεύγος τόσο μεγαλόψυχα και υπό τους ήχους του She's a lady του Paul Anka πιότερο για τη visual pleasure που παίρνει το αντρικό κοινό από τους εναγκαλισμούς δυο πρωταγωνιστριών με τη λιγότερη δυνατή ανδροπρεπή αύρα. Έστω κι έτσι, η στυγερή λαιμητόμος των κλασικών noir ξεχνάει να πάρει το κεφάλι της γοητευτικής δολοπλόκας με τα φορέματα που απλά επιτείνουν το craving να της τα αφαιρέσεις και αρκείται να πετσοκόψει τους διεφθαρμένους άντρες της ιστορίας, κι αυτό μόνο ευφορία μπορεί να προκαλέσει.

Thursday, May 08, 2008

Does mighty Leonidas love children?

Έλειψα, σας έλειψα, και επανέρχομαι μόνο και μόνο για να μιλήσω για το γαλανομάτη Σπαρτιάτη και την υφέρπουσα έκπτωσή του. Τόσο σύντομα, ύστερα από τον πρώτο μεγάλο του θρίαμβο. Γιατί, εντάξει, ο Gerard Butler υπήρξε και Dracula 2000, υπήρξε και Attila, αλλά τότε δεν τον είχε ακόμη ανακαλύψει όλη η υφήλιος. Και τώρα που τον ανακάλυψε, αποφάσισε ότι είναι καταδεκτικός. Τόσο καταδεκτικός, που δέχεται αβάδιστα(:P) τις περισσότερες προτάσεις που του γίνονται, χωρίς να κρατήσει την πολύτιμη παρουσία του μακριά, για να λείψει στο κοινό του και να γίνει συλλεκτικός, όπως έκανε μετά τον Τιτανικό η Kate Winslet.

Ένας τέτοιος επαγγελματισμός, δε χαλάει καθόλου, υποθέτω, τις φαν του που ζητάνε τα μπλε μάτια του να γεμίζουν τις οθόνες με κάθε τρόπο. Χαλάει λιγάκι εμένα κι όσους πίστεψαν στη μοναδικότητα ενός ρόλου με τον οποίο εμείς συνδεόμαστε κάπως πιο συναισθηματικά από όλους τους υπόλοιπους εκεί έξω και περίμεναν τη φυσική, αντάξια συνέχεια. Περιμένω ακόμη μεγάλα πράγματα από αυτόν που ντύθηκε το Λεωνίδα φτιαγμένο από τα μελάνια του Frank Miller, το σκληρό πολεμιστή που οδήγησε τους τριακόσιους στρατιώτες του στον ενδοξότερο χαμό της ιστορίας, των οποίων η μνήμη ξύπνησε την κοιμισμένη αντίσταση των υπόλοιπων Ελλήνων ενάντια στους Πέρσες. Προς το παρόν, αρκούμαι με κρύα καρδιά στο family movie (ναι, καλά ακούσατε) Nim’s Island, ύστερα από το εξίσου γλυκανάλατο ρομαντικούλι chick flick P.S. I love you.

Ο Λεωνίδας, ύστερα από αισθηματίας καρκινοπαθής, γίνεται τώρα μπαμπάς και επιστήμονας, για την ακρίβεια βιολόγος, που φοράει γυαλιά που ουδόλως του πηγαίνουν και ζει σε ένα απομονωμένο νησί, μόνος με την μικρή κορούλα του Nim που έχει καλπάζουσα φαντασία. Η κορούλα, της οποίας τις ψιλοβαρετές περιπέτειες παρακολουθούμε κυρίως κατά τη διάρκεια της ταινίας, καταφέρνει στο τέλος να τον ζευγαρώσει με μια συγγραφέα τη Jodie Foster (τι απίθανο ζευγάρι…), που γράφει με αντρικό ψευδώνυμο και περιγράφει τις περιπέτειες του αρσενικού φυσιοδίφη- alter ego της, που έχει την όψη του Butler, και αυτός, για να προστεθούν λίγα περισσότερα λεπτά στο περιορισμένο screen time του. Γιατί, φευ, όπως στο P.S. πρωταγωνιστούσε η Hilary Swank, εδώ πρωταγωνιστεί η διάδοχος ίσως της Dakota, η μικρή Abigail Breslin. Καταλήγω να αναρωτιέμαι αν έχει τόση ανάγκη από χρήματα ή αν απλώς αποφάσισε να κάνει μια ταινία για τη μαμά του for a girl’s night out κι ύστερα μια ακόμη για να δει η κόρη του σε DVD στο πρώτο της πάρτι, όταν την αποκτήσει. Αλλά, εντάξει, λέω να τον συγχωρήσω για την ώρα. Αν και αρχίζω να ανησυχώ, γιατί, την τρίτη φορά καίγεσαι, λένε.

Tuesday, May 15, 2007

Το alter ego του Σάκη

Το alter ego του Σάκη Ρουβά ονομάζεται Στέφανος (Στεφ για τους φίλους) και τη βρίσκει να τραγουδάει στα αγγλικά με κακή προφορά. Κυκλοφορεί συνεχώς αξύριστος, με μια απαίσια μισή φράτζα-extension και ένα ξεβαμμένο t-shirt. Φοράει μαύρο μολύβι ματιών και κάτι άγρια μηχανόβια δερμάτινα στις εμφανίσεις του συγκροτήματός του που του δίνουν look περασμένων δεκαετιών.

Η γκόμενα του alter ego του Σάκη δεν είναι classy και καλλονή σαν τη Κάτια Ζυγούλη, αλλά προκλητική και γυμνασμένη σα τη Sex-and-the-city Ντορέττα Παπαδημητρίου και κάνει τολμηρές ενδυματολογικές επιλογές: δερμάτινο σουτιέν πάνω από λευκό πουκάμισο, (να μην αναφέρω την περίτεχνα ισιωμένη ή κυματιστή με πολλή λακ κώμη) και ειδικά σε μια περίσταση, το χειρότερο ρούχο που θα φορούσε real κοπέλα με το ελάχιστο μυαλό και γούστο. Αν εσύ έτρεχες ταραγμένη να βρεις το αγόρι σου που σου ‘λειψε και υποψιάζεσαι ότι δε σε θέλει πια, θα φορούσες σίγουρα κάτι που θα πάσχιζε να του αλλάζει γνώμη. Να αναζωπυρώσει τη φλόγα του, έστω. Η Ντορέττα έριξε πάνω της γκρι ανκορά αμάνικο ζιβάγκο με πούλιες στο μπροστινό μέρος. Γενικότερα, το πλεκτούλι παίζει πολύ σε αυτή την ταινία. Από τεράστια κασκόλ, ζακέτες εξεζητημένης πλέξης για βαρυχειμωνιά Αλάσκας τουλάχιστον και δε συμμαζεύεται—σίγουρα από πίσω κρύβεται συμφωνία με ντόπια βιοτεχνία πλεκτών.

Του alter ego του Σάκη, εν ολίγοις, του λείπει αισθητική και αληθοφάνεια. Και ενώ όλοι πριν φοβόμασταν και λέγαμε «τι θα δουν τα μάτια μας» από κινηματογραφικής πλευράς, το παιχνίδι αντιστράφηκε άρδην μόλις αρχίσαμε να απολαμβάνουμε το θέαμα. Είχαμε μύχιο φόβο ότι ο Σάκης δεν θα έχει ούτε τη βασική ευχέρεια μπροστά στην κάμερα για να δούμε τελικά ότι μια χαρά τα κατάφερε ο φτωχός. Είχαμε άλλο φόβο ότι το σενάριο και η σκηνοθεσία θα ‘ναι για γέλια για να δούμε ότι το σενάριο είναι όχι χειρότερο από άλλα, (με κυριότερο μειονέκτημα τους κουλούς διάλογους), αλλά η σκηνοθεσία με μια εύπεπτη οπτική video clip και διαφήμισης για σοκολάτα ION, Porsche και άλλα υλικά αγαθά, και στο κάτω-κάτω οι διαφημίσεις και τα video clip πάντα μας άρεσαν.

Η αισθητική όμως ήταν δεδομένη. Το ίδιο και η αληθοφάνεια —καταφέρνουν να την αγγίζουν ακόμη και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Τα δύο εκατομμυριάκια της Village φαινόταν μεγάλο ποσό για τα ελληνικά δεδομένα και έτσι η glossy και sleek ταινία που θα μας άφηνε με το στόμα ανοιχτό με το άψογο στήσιμο ήταν το λιγότερο που περιμέναμε. Πήγαμε μέχρι την πηγή, όμως, και δεν ήπιαμε νερό. Τα ανεκδιήγητα κοστούμια (λιγότερο το set design) το άστοχο styling που μετά βίας αναδείκνυε τους πρωταγωνιστές, η προχειρότητα (με κομπάρσους να κοιτούν άβολα την κάμερα κτλ.) άφησε πικρή γεύση στο στόμα και απέδειξε ότι το budget ποτέ δεν είναι αρκετό, όταν τα σχέδια είναι τόσο μεγαλεπήβολα.

Έδειξε επίσης ότι δεν υπάρχει κόσμος με εμπειρία στη μικρή μας χώρα—γιατί αν υπήρχε, θα τον είχε προσλάβει σίγουρα η Village. Πάλι καλά που υπήρχαν ανέλπιστα θετικά όπως το διάσπαρτο χιούμορ και οι δευτερεύοντες ηθοποιοί (ο Δημήτρης Κουρούμπαλης κυριολεκτικά κλέβει την παράσταση) και τα μπάλωσαν κάπως. Η επόμενη ταινία του Σάκη πρέπει να ‘ναι κωμωδία πάντως, γιατί έχει έφεση στο κωμικό στοιχείο. Τα highlights είναι σαφώς η σκηνή που σαπουνίζει το ψάρι και που τον καταβρέχει το ποτιστικό για το γκαζόν του κήπου, δε το συζητάω.

Όσο για την επιλογή της Δανάης Σκιάδη στο ρόλο της Αριάδνης που κρατούσε το μίτο του Λαβυρίνθου του ροκ σταρ, ούτε εγώ, ούτε πολλοί άλλοι κατάλαβαν εντελώς το μαγνητισμό και τη σκοτεινή γοητεία της, ούτε βέβαια και το αντριλίκι που υποτίθεται ότι πουλούσε ως οδηγός λεωφορείου και wild nature girl. Μυστηριώδης χαρακτήρας, λέμε.

Friday, March 23, 2007

Buzz ή Alfred Isaak Bezzerides: Kiss me Deadly

Το ντοκιμαντέρ του Σπύρου Ταραβήρα Buzz (2005) που προβάλλεται τώρα στους κινηματογράφους ίσως είναι, όπως έγραψαν, χωρίς μέτρο. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι όμως το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ (ούτε το The Long Haul of AI Bezzerides, άλλη μια παραγωγή με το ίδιο θέμα ), αλλά ο ίδιος ο σεναριογράφος με τις ελληνο-αρμενικές ρίζες. Όχι ο ορισμός του πολυγραφότατου, και κάποιος που το ‘χε ρίξει στα πιο αναλώσιμα τηλεοπτικά σενάρια στα 60s, ο Buzz αποχαιρέτισε αυτό τον κόσμο στις αρχές του 2007 πλήρης ημερών, αφήνοντας πίσω του πανάκριβη κληρονομιά το Kiss me Deadly(1957). Ειλικρινά, δε νομίζω ότι με καθήλωσε τόσο άλλο film noir με την πυκνή, στιβαρή γραφή του και την έκδηλη κοινωνική του συνειδητοποίηση. Ο κόσμος του Bezzerides (το σενάριο είναι βασισμένο στο pulp novel του Mickey Spillane) είναι εδώ ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, όχι απλώς το background στο οποίο δρα και κινείται ο σκληροτράχηλος ήρωάς του. Τον εγωκεντρικό και ναρκισσιστή (μα, τόσο διασκεδαστικό) μυστικό ντετέκτιβ της ιστορίας, περιτριγυρίζουν μετανάστες από κάθε γωνιά της γης. Όντας ο ίδιος τέκνο μεταναστών, ήξερε προφανώς πως να αποτυπώσει τη φιγούρα του ξένου, τόσο που μαύροι βαστάζοι, γερο-λατίνοι, και κυρίως ο αξέχαστος χαρακτήρας του Nick the Greek —με τα περίεργα ελληνικά του, αφού ο ηθοποιός που τον υποδύεται δεν είναι Έλληνας— τραβούν συχνά την προσοχή μακριά από τον Ralph Meeker-Mike Hammer και τα κορίτσια του.

Το Kiss me Deadly είναι το film noir που πιο εύστοχα περιγράφει το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής και τις εντάσεις της. Όπως πιστοποιεί το πόσο ο άνθρωπος απέχει από την τελειότητα. Άσπονδοι φίλοι, κυνήγι ενός απροσδιόριστα πολύτιμου, αλλά επικίνδυνου αγαθού κλεισμένου σε μαύρο κουτί, βίλες-φυλακές και ντοπάρισμα όσων ξέρουν για να ξεχάσουν, χαρακτήρες που δεν ενδιαφέρονται να σιγάσουν τα πάθη τους. Ένας απ’ τους λιγότερο faulty είναι μια γυναικεία οπτασία που τρέχει ξυπόλυτη στον σκοτεινό δρόμο τυλιγμένη με μια εκρού καμπαρτίνα μόλις πέσουν οι τίτλοι και προτρέπει τον Meeker: Remember me”. H θύμησή της είναι αυτή που τον μπλέκει, τελικά. Μόνο που το κλασικό MacGuffin αποδεικνύεται κουτί της Πανδώρας· γυναικεία είναι κι εδώ η περιέργεια και τιμωρείται δεόντως, ίσως παρασέρνοντας και άλλους μαζί της. Δε μαθαίνουμε ποτέ, και οι δυο εκδοχές του ζοφερού και γριφώδους τέλους που κυκλοφορούν, μπερδεύουν προς στιγμήν τα πράγματα ακόμη περισσότερο.

Ο Bezzerides έχει στο ενεργητικό του και άλλα ουκ ευκαταφρόνητα σενάρια: They Drive by Night με το Boggy νταλικέρη, Thieves’ Highway, από τις πιο ατμοσφαιρικές δουλειές του Dassin πριν γνωρίσει τη Μελίνα, On Dangerous Ground του Nicholas Ray. Το Kiss me Deadly όμως είναι από τις στιγμές που λατρεύουν οι σινεφίλ, όπου το πολυδιάστατο γράψιμο του Buzz και η ειρωνική, στακάτη σκηνοθεσία του Aldrich συναντιούνται για να δώσουν ένα ψιλο-σαδιστικό-μισογυνιστικό αριστούργημα —και αυτό το τελευταίο quite enhances the pleasure indeed.

Ως ανταμοιβή για σένα, υπομονετικέ...trailer online!

Wednesday, February 28, 2007

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Το Σινεμά στη Σέντρα

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου σε συνεργασία με το Υφυπουργείο Αθλητισμού διοργανώνει 1-7 Μαρτίου μια σειρά προβολών και εκδηλώσεων αφιερωμένων στη...μπάλα. Να και ένα κινηματογραφικό αφιέρωμα που μπορεί να καυχιέται ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε άντρες. Με αφορμή το πρόσφατο arty-farty ντοκυμαντέρ για το Zidane προφανώς, άντε και λίγο επειδή θυμήθηκαν τη Φανέλα με το Νούμερο 9 οι υπεύθυνοι οργάνωσαν ένα αφιέρωμα που, αν μη τι άλλο, κόβει την ανάσα με την πρωτοτυπία του.

Η ταινία των Gordon και Parreno Zidane, Un Portrait du 21e siecle που προβλήθηκε το Δεκέμβριο με καταστροφικά αποτελέσματα θα εγκαινιάσει το αφιέρωμα, το οποίο θα συνεχίσουν ταινίες από όλο τον κόσμο, με πιο ενδιαφέρουσες μόνο αυτή του Βούλγαρη με το Τζώρτζογλου πειστικό ποδοσφαιριστή και την πρόσφατη του Τζαφάρ Παναχί Offside με μια γυναίκα φαν να τρυπώνει σε ανδροκρατούμενο γήπεδο του Ιράν.
Θα βραβευτούν βετεράνοι ποδοσφαιριστές σε ειδική εκδήλωση και η συζήτηση με θέμα «Βία στα Γήπεδα και τη Μεταφορά της στο Σινεμά» ακούγεται αρκούντως ενδιαφέρουσα. Αναλυτικά το πρόγραμμα εδώ.

Sunday, February 25, 2007

Niagara (1953)

Η ταινία που χάρισε τον πρώτο μεγάλο ρόλο στη Marilyn δεν μπορεί να καυχιέται για εξαιρετική καλλιτεχνική αξία, πέρα από τα δυο βασικά της θεάματα τους καταρράκτες και την ίδια. Άλλωστε ο λόγος ύπαρξης αυτού του (έγχρωμου και μάλιστα γυρισμένου σε λαμπερό Technicolor) film noir ήταν να λειτουργήσει ως όχημα (star vehicle) για την λαμπερή ξανθιά, κάτι που έκανε, αφού κατάφερε να στρέψει τα μάτια όλων κυριολεκτικά επάνω σε κάθε ίντσα του κορμιού της.

Έτσι ακριβώς προώθησαν το Niagara και από την 20th Century Fox με taglines όπως “Niagara and Marilyn Monroe: the two most electrifying sights in the world” για να προσελκύσουν τους πεινασμένους αρσενικούς της μεταπολεμικής Αμερικής, ένα κοινό που σίγουρα δε θα ενδιαφερόταν για τις όποιες υποκριτικές ικανότητες της νεότευκτης σταρ. Ικανότητες που μονίμως αμφισβητήθηκαν, ακόμη και ύστερα από τη μαθητεία της στο ActorsStudio και το Lee Strasberg, αλλά όμως πάντα ήταν εκεί και κατάφερναν ενίοτε να διαφαίνονται κάτω από τα κατακόκκινα χείλια και τη λάγνα ματιά της.

Μια τέτοια ευτυχή στιγμή καλής ηθοποιίας ανακάλυψα μέσα στο απλοϊκό κατά τ’ άλλα plot προδοσίας, ίντριγκας και φόνων του Νιαγάρα. Η femme fatale με τη σαθρή καρδιά θέλει να ξεφορτωθεί τον άντρα της πάση θυσία. Οι χυμώδεις χάρες της πείθουν τον δεύτερο άντρα να τη βοηθήσει να τον ξεκάνει, αλλά τελικά τα σχέδια μόνο κατ’ ευχήν δεν βαίνουν. Ο επίδοξος φονιάς θα καταλήξει νεκρός και ο σύζυγος φυγάς. Η καίρια στιγμή της αποκάλυψης διαδραματίζεται στο νεκροτομείο της πόλης. Η Marilyn-Rose Loomis κατεβαίνει από το ταξί αγέρωχη και ντυμένη στα μαύρα για να αναγνωρίσει το πτώμα του άνδρα της. Τα σκοτάδια του νεκροτομείου σπάει η λάμπα που φωτίζει το λευκό σάβανο, το λευκό σάβανο σηκώνεται για να αποκαλύψει...όχι το σύζυγο, όπως ήταν κανονισμένο, αλλά τον εραστή. Στο βλέμμα της Marilyn- Rose το ξάφνιασμα διαδέχεται την ψυχρότητα, μετά η συνειδητοποίηση, ο πόνος και η οδύνη συγκεράζονται και τη ρίχνουν λιπόθυμη στο κρύο πάτωμα.

Tuesday, February 06, 2007

Ο Hugh Grant το ρίχνει στο τραγούδι

Φέτος ο Άγιος Βαλεντίνος, εκτός από σοκολατάκια σε σχήμα καρδιάς θα μας φιλέψει και με τη γοητεία του μπιρμπιλομάτη Άγγλου σε ρόλο ξεπεσμένου ποπ σταρ που θέλει ν’ ανέβει και πάλι στον αφρό. Και είναι μια βασίλισσα της ποπ “bigger than Britney and Christina put together” που θα του δώσει αυτή την ευκαιρία και ένα girl next door που θα τον βοηθήσει να τα καταφέρει.

Ένα hardcore chick flick που συνδυάζει σε ίσες δόσεις ρομάντζο και κωμωδία, Hugh Grant και Drew Barrymore και μια ακόμη μικρή δόση από μια πρωτοεμφανιζόμενη, ονόματι Haley Bennett, που δεν περνάει ακριβώς απαρατήρητη. Όμως το βασικό ατού του Music and Lyrics είναι ότι ο Hugh μεταμορφώνεται σε αοιδό για τις ανάγκες της ταινίας και ερμηνεύει όλα τα γλυκερά και γνώριμα στο αυτί τραγουδάκια του soundtrack. Ήδη οι τίτλοι μαρτυρούν το άνευρο αμερικάνικο love-for-ever που τα διέπει, αλλά αν ακούσεις τη φωνούλα του Hugh, σίγουρα θα πεις ότι δεν τα πήγε και άσχημα. Ειδικά εκεί που τραγουδάει: Pop! Goes my heart (δεν είναι σα να λέμε, Μπαμ, και κάτω ;) Σε όποιον πάντως αρέσουν οι Girls Aloud θα χαρούν να ακούν την ξανθιά οπτασία Bennet να τραγουδάει Buddhas Delight.

Δηλαδή, η Drew που απλώς ποτίζει τα φυτά του Hugh θα τον συνδράμει στην προσπάθειά του να γράψει ένα νέο σουξέ για την ποπ ντίβα και κάπου εκεί θα προκύψει έρωτας. Αν δε σας έπεισα, δείτε τουλάχιστον το trailer, έχει γέλιο: o Hugh ντυμένος σε μόδα ’80s να χτυπιέται σαν τρελός σε κουλούς ρυθμούς και βεβαίως, να τραγουδάει.


Monday, January 29, 2007

Πως μια ταινία από καλή γίνεται ενοχλητική

Το The Last King of Scotland είναι αδιαμφισβήτητα μια καλή ταινία. Η παρθενική εμφάνιση του ντοκυμαντερίστα Kevin McDonald στα μονοπάτια της μυθοπλασίας είναι ένα biopic με στιβαρές ερμηνείες που βάζει κάτω ανάλογες προσπάθειες από maitre του είδους.

Την ταινία την πρωτοείδα σε αγγλικό έδαφος, υπό τη συνοδεία επευφημιών (γιατί αν ο παπάς δεν ευλογήσει τα γένια του...) στο 50th London Film Festival. Λόγω του γενικού ενθουσιασμού, της καλλιτεχνικής αρτιότητας, του απρόσκοπτου ρυθμού ή της οσκαρικής ερμηνείας του Whitaker—δε ξέρω πια τι μέτρησε περισσότερο—την έβαλα στην καρδιά μου. Οι μήνες πέρασαν και η ταινία καταδέχτηκε να ενταχθεί στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Λίγοι γνώριζαν περί τίνος πρόκειται, λιγότεροι την εκτίμησαν, όχι πια φανφάρες εδώ, αλλά εγώ θυμόμουν ακόμη τον πρώτο μου ενθουσιασμό και έγραψα κατασταλαγμένα για το ρεαλισμό και την αλήθεια της ταινίας.

Μήνες μετά—και ενώ βρισκόμαστε πλέον στο 2007—ήρθε η ώρα να βγει επιτέλους στις ελληνικές αίθουσες. Η ερμηνεία του Whitaker έχει ήδη μαζέψει βραβεία και την πολυπόθητη υποψηφιότητα της Ακαδημίας, ο McDonald έχει ήδη βραβευτεί για τη σκηνοθεσία του στα British Independent Film Awards και η βαβούρα έχει κοπάσει προ πολλού. Εμείς εδώ, όμως τώρα αρχίσαμε να ασχολούμαστε με την αιμοσταγή φιγούρα του Idi Amin, παλαιού κυβερνήτη της Ουγκάντα.

Την προηγούμενη Πέμπτη, όταν είδα ότι η ταινία άνοιγε επιτέλους, ένιωσα μια κούραση. Ο σαδισμός του Whitaker, η καλοκάγαθη φάτσα του James McAvoy, η ζωντανή φωτογραφία μου έφεραν μια ανεπαίσθητη ζαλάδα. Όλη την εβδομάδα δε με άφησε. Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε καμιά νέα αξιόλογη ταινία, εκτός ίσως από το Pans Labyrinth. Τόσο καιρό μετά, αποφάσισα ότι το Last King of Scotland θα μπορούσε άνετα να μην είχε ποτέ γυριστεί, όλοι θα ζούσαμε εξίσου όμορφα και χωρίς αυτό. Ποιος ο λόγος τελικά να ανατρέχουμε σε πραγματικά γεγονότα και αποτρόπαιες προσωπικότητες, να τα πασπαλίζουμε με φανταστικές λεπτομέρειες και να τα πλασάρουμε ως μια ακόμη ιστοριούλα μυθοπλασίας; Αλλάζει κάτι σκληρό που βλέπουμε στην οθόνη τη νοοτροπία μας; Αποτρέπει παρόμοια συμβάντα; Μας κάνει έστω και ένα λεπτό να σκεφτούμε τίποτα παραπάνω από «για δες τι συμβαίνει στον κόσμο»; Τουλάχιστον, if we stick to 100% fiction, όπως στο Λαβύρινθο, ούτε εμείς θα ζητάμε ψεύτικα άλλοθι για να δούμε μια ταινία, ούτε κανείς θα μας έχει τάξει τίποτα περισσότερο από ένα bedtime story.

Monday, January 22, 2007

Πάει καλά ο Μελ Γκίμπσον;

Πόσο ελιτιστής μπορείς να είσαι για να φτιάξεις ταινία στη νεκρή γλώσσα των Μάγια; Πόσο αφελής μπορείς να είσαι για να νομίσεις ότι με συνεχείς κινήσεις της κάμερας και κάτι παραμορφωτικούς φακούς μπορείς να δώσεις suspense σε μια ιστορία για ανθρώπους που τρέχουν μέσα στη ζούγκλα άλλοτε κυνηγώντας αγριογούρουνα, άλλοτε κυνηγημένοι σαν αγριογούρουνα; Πόσο σίγουρος για τον εαυτό σου πρέπει να σαι για να πείσεις νέους ηθοποιούς να φοράνε χαϊμαλιά και να μιλάνε σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνουν; Πόσο Ευρωκεντρικός μπορείς να σαι, για να βάλεις την ταινία να τελειώνει σώνει και καλά με τις καραβέλες να αγκυροβολούν;

Όσο άστοχα κι αν μου φάνηκαν όλα, το Apocalypto είχε ένα τουλάχιστον καλό: δεν ήταν βαρετό. Ίσα-ίσα. Είχε τρελό γέλιο και με έκανε να αναρωτηθώ αν οι πρωτόγονοι πολιτισμοί είχαν όντως ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ. Εγώ θα παιρνα όρκο πως όχι. Ο Μελ πάλι σθεναρά υποστηρίζει το αντίθετο, αν λάβω υπόψιν μου τους φουλ στην τερηδόνα Μάγια του που το ρίχνουν συνέχεια στα καλαμπούρια.

Friday, November 17, 2006

Thessaloniki Film Festival: Η Βασίλισσα δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα.

Λογικό και αναμενόμενο να επιλέγουν στο Φεστιβάλ τις ταινίες έναρξης και λήξης σύμφωνα με την εμπορική και καλλιτεχνική βαρύτητά τους. Τρανταχτό όνομα σκηνοθέτη ή cast ή και τα δύο. Ήταν χρονιές που επέλεγε κάτι ανάλαφρο, άλλοτε κάτι βαρύγδουπο. Φέτος, αποφάσισε να κάνει την τομή και να κινηθεί σε άσχετα...φιλοβασιλικά μονοπάτια.

Η Βασίλισσα εν μέσω προβληματισμών για την πεσμένη δημοτικότητά της εξαιτίας στης στάσης που κράτησε όταν μας άφησε η Princess Diana, ανοίγει το Φεστιβάλ σήμερα το βράδυ. Τι επιλογή κι αυτή! Εντάξει, είναι η Helen Mirren star, είναι και ο Steven Frears έγκριτος σκηνοθέτης, αλλά κανένα απ’ τα δύο δεν με πείθει. Έχει κάποια συνάφεια η Βασίλισσα με την Ελλάδα, με τη Θεσσαλονίκη, με το Φεστιβάλ; Έχει μήπως ο Frears ή η Mirren; Ή μήπως η Ελλάδα έκλαψε σύσσωμη το χαμός της ξανθιάς πριγκίπισσας;

Εν ολίγοις, άλλα Φεστιβάλ φροντίζουν να επιλέγουν ταινίες με τρανταχτά οικεία ονόματα που συνδυάζουν και γκλαμουριά. Εμείς, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο. Όμως, όντας διεθνές φεστιβάλ, αρνούμαστε να έχουμε ποταπή ελληνική ταινία για την έναρξη ή τη λήξη. Η λύση θα ήταν να επιλέγαμε λοιπόν σύμφωνα με το θέμα της ταινίας. Κοινωνικός προβληματισμός και καλλιτεχνία θα ήταν η χρυσή τομή, όχι βασίλισσες με προβοκατόρικη διάθεση! Ποιος έκανε τάχα αυτή την πρόχειρη επιλογή;

Thursday, November 09, 2006

The Script Factory/NFTS Masterclass with John Cameron Mitchell

50th London Film Festival
26th October 2006
NFT 2

The director of Shortbus was accompanied by two of his leads, the two Jamies, Pawl Dawson and PJDeBoy, who explained a thing or two about their participation in the film.

Host Briony Hanson had wisely included clips from all the range of work of John Cameron Mitchell. She did not include, to our despair, any of the ads that paid the bills, but did include clips from his two films and the notorious music video for Scissors Sisters’ song Filthy/Gorgeous. In retrospect, if felt a lot like Shortbus—had the same atmosphere and some of the people worked in both—Mitchell said.

SHORTBUS

“Sex sometimes is an entrée to an interesting friendship” he commented, when asked on the opening scene of Shortbus, which is, after all, the only one that bombards the audience with explicit sex. Sex is also seen as music, he said, so the first sequence is an overture. The rest of the sex comes mainly to keep the narrative going and not to shock or titillate. This is why the film is not pornographic: pornography has arousal as its goal, Shortbus not. After all, Shortbus mainly portrays bad, unsuccessful and funny sex in order to be more dramatic, because good sex is porn. Still, he accepted that the opening is hardcore on purpose, “to break the hymen of the audience”.

How was it, after all, filming the real sex scenes? Everybody was nervous from the director to the actors. “I’d like to make a porn film one day”, Mitchell confided, though.

Trying to pitch his film in a sentence he said that it is “Showgirls without the rape”. He was trying to present a salon where art, sex and food mix in the most pleasant way. No question, he needed a contemporary Gertrude Stein for such a venture, and found her in the face of Justin Bond, famous for his queer performances and Kiki character. He did not direct him in the usual sense, just gave him an aim to fulfill and left him the freedom to do it his own way.

CASTING

He first chose the cast and then created the narrative through improvisation. He tried, he said, to have in mind John Cassavetes, Mike Leigh and Woody Allen, when making the film. (Irony is prominent, so I guess he succeeded) How did he cast the film? There was an open call for everyone, not just actors, especially partners, to send material. He got tapes, poems, anything that explained why they wanted to be part of the project. In the end, he chose people he liked. You have to cast people “you want to spend time with” he believes. This is an ensemble film that demanded team work; some of the actors dropped out before the shooting, because they were not team players.

ACTORS’ PREPARATION

The two Jamies went on to describe the process from their point of view: the actors took part in a 5-week workshop where they were playing trust games, giving massage to each other, telling stories from their lives. They did improvisations that had a setting, characters and targets that Mitchell was constantly changing to keep the improv going. Slowly ideas for the plot started coming up—but there was a NOT in this whole process: the actors should not learn their lines by heart. Comparing with jazz, where one note can be played in so many different ways, the actors could endlessly play the same scenes again and again.

Mitchell, though, as a true professional did pay the actors upfront for every rehearsal and they also have percentage participation.

He recognized a penchant to associate sex with despair and mutilation, giving as example Catherine Breillat and her grim portrayals of heroines. Shortbus, unlike this, is an optimistic film he said proudly, and this is how it differs from everything else.

EDITING

Mitchell agrees that in editing there is need for a fresh pair of eyes, the director has no objectivity over his material. The editor, as well, loses objectivity after 10 weeks tackling with a film. At this point, there is a need for test screenings; the audience is a good judge and can tell if something has to be changed.

For Shortbus, they shoot more footage than usual. The rough edit was made based on the script, an assembly in fact, something that later changed a lot. No film ever works as written, according to Mitchell, unless you are Kubrick and edit the film years in your head before actually writing it!

By the end of the 10 weeks of editing, they showed the film to some people, but not yet to the investors and distributors. In fact, Shortbus premiered in Cannes without a distributor.

“Filmmaking is a good cure for control freaks, as there is no way to do it all by yourself” Mitchell said.

HEDWIG AND THE ANGRY INCH+ACTING CAREER

The genesis of Hedwig was an entire different thing. First, the play developed in rock clubs, where Mitchell was doing gigs. He is not very interested in acting, as writing is the most natural, but he started acting first, as a kid: the instant gratification from the audience is an important factor.

Todd Haynes was quoted as an inspiration; he was also cast in two of his films, Velvet Goldmine and Safe but didn’t do them, because theatre was paying more…

ADS+MUSIC VIDEOS

John Cameron Mitchell did music videos for people he knew and occasionally commercials. It felt dirty, though, he said, to use his creative powers to sell something…

As for the music video Filthy/Gorgeous(2004) that was banned on MTV, we learnt that they actually filmed two versions, cause they knew that they would be censored. “Every damn drag queen had to have a couple of frames”, Mitchell said, something that made it hard to edit it.

RATING

“Being unrated is much more freeing”, Mitchell reckons. Of course, rating is important for Studios, which have specialty units to tell them what they should and what they should not show, but small studios don’t have to get rated.(there is some freedom of speech in the States, then?) There is less restriction in unrated, than in NC-17, he said.

“Let’s talk about sex” could be the title of the last part of the Masterclass. Mithcell started analyzing…that sex is based on power, that the irrational power that it has over us is why there is legislation of sex, that repression goes hand in hand with violence and so on. Fair enough to talk about his art and craft (I can take his advice), but it seems he becomes an expert on sex lately, too.