Showing posts with label Dream. Show all posts
Showing posts with label Dream. Show all posts

Tuesday, April 08, 2008

Sabrina Ouazani: Nuits d'Arabie


Η Sabrina Ouazani είναι μόλις 20 και φαίνεται να έχει ενώσει την τύχη της με τον Abdellatif (Abdel) Kechiche που σάρωσε φέτος τα César με το La Graine et le mulet (2007) στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Πέντε χρόνια πριν την πρωτοείδαμε στο προηγούμενό του και επίσης πανταχόθεν βραβευμένο L' Esquive, ύστερα στο κινηματογραφικό ντεμπούτο της Andriana Karembeu (τη γνωστή μας κάποτε Σκλεναρίκοβα) 3 petites filles, αλλά εντάξει, εκεί κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί της, γιατί άλλο ήταν προφανώς το ζητούμενο και μετά το φετεινό Κους Κους σήμερα αργά το βράδυ υποκλιθήκαμε στην εξωτική γοητεία της στην ευχάριστη λουξεμβουργέζικη ταινία Nuits d'Arabie, γιατί δυστυχώς αυτό όλο κι όλο που μας άφησε ο σκηνοθέτης να προσέξουμε. Το θέμα μου με όλη αυτή την ιστορία είναι το εξής ένα: δε βλέπω γιατί ένα τόσο φρέσκο και ελκυστικό πρόσωπο να έχει μέχρι τώρα σχεδόν περιοριστεί σε ρόλους φυλετικά (δλδ. σχετικά με τη φυλή, όχι το φύλο) συγκεκριμένους, παίζοντας χωρίς διακοπή την "ξένη", αυτή τη γοητευτική και μυστηριώδη άγνωστη ή την παιδούλα των banlieu ή κάτι που τονίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την μακρινή καταγωγή της. Πόσο πιθανό είναι να εξελιχθεί μια ηθοποιός όταν οι casting directors αποδεικνύονται τόσο φυσιογνωμικά προκατελειμένοι και ταυτίζουν το μελαψό χρώμα σταθερά με την Αλγερία και τις άλλες παλιές αραβικές τους αποικίες; Για του λόγου το αληθές ιδού ονόματα των ρόλων που έχει υποδυθεί η τύποις Γαλλίδα Sabrina: Khadija, Olfa, Farida, Rachida, Frida, Yamina. Κάπου εδώ παθαίνει κανείς σοκ ασυζητητί, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να διακρίνει το ταλέντο της πέρα από το περιχαράκωμα των ρόλων της, ας πούμε στο Paris του Clapisch, αν τα καταφέρει.

Για την ιστορία να προσθέσω ότι οι Αραβικές Νύχτες μου θύμισαν ένα παλιό σεναριάκι του Paul Laverty για τον Ken Loach που έγινε τελικά το Carla's Song και αποδεικνύει περίτρανα ότι η περιπέτεια, το όνειρο, η φυγή και το άγνωστο είναι αυτά που πιο πολύ ελκύουν το same προς το other. Πολύ λιγότερο η εξωτερική εμφάνιση, γιατί όλα είναι στο μυαλό, τελικά.

Thursday, July 21, 2005

Ξύπνησα αργά (2003)

Ξύπνησα αργά. Όταν το κουράγιο εγκαταλείπει, τα όνειρα είναι τα μόνα που απομένουν. Μια άλλη ζωή, στην οποία δεν καλείσαι να πάρεις αποφάσεις. Είναι εύκολο να είσαι θεατής.

Φαντάσου, ήρθες κι εσύ στον ύπνο μου. Τριγυρίζαμε σε περίεργα τοπία. Καταθλιπτικά όσο και το είναι μας. Βλοσυρά μάτια μας κατακεραύνωναν μέσα από τα βαριά σύννεφα. Δεν έδειχνες να ‘χεις ιδιαίτερη διάθεση. Κι ας ήσουν μαζί μου. Περνούσαμε σκοτεινούς όγκους, ρυάκια κελάρυζαν, σκελετωμένα δέντρα μας φοβέριζαν από μακριά. Η απειλή. Η απειλή μας είχε πάρει στο κατόπι.

Που και που με κοίταζες. Δειλά, διστακτικά. Όπως συνήθως. Ήταν σαν πόλεμος τριγύρω. Αναχώματα, πονεμένες στριγκλιές. Και ολοένα έφευγες. Να ξεφύγεις από τα λάθη της ζωής σου, ν’ αφήσεις πίσω τον εαυτό που κουβαλούσες μέσα σου. Μ’ έσερνες μαζί σου, ολοένα. Κι όπως ο άνεμος φυσούσε, στριφογύριζε λιγάκι τα μαλλιά σου. Όλο κάτι πήγαινες να πεις. Το φέγγος εντεινόταν για λίγο, μέχρι που άλλαζες γνώμη. Και ξανά σκοτεινιά.

Μιαν αστραπή χάραξε τον ουρανό. Άπλετο κόκκινο φως. Μου έσφιξες το χέρι. Φοβάσαι να φανερωθείς, το θυμάμαι, το μυστήριο είναι το φυσικό σου περιβάλλον. Κρύωνα. Η βροχή μου ‘κοβε την ανάσα. Κι εσύ με τα μαλλιά μουσκεμένα, συνέχιζες την περιπλάνηση. Πουλιά έτρεχαν να κουρνιάσουν. Λευκά κουνέλια τρύπωναν στις φωλιές τους. Άσκοπη προφύλαξη. Εμείς φοβόμασταν μόνο την άβυσσο μέσα μας. Τον ίλιγγο που ερχόταν, όταν κοιταζόμασταν στα μάτια. Το πάθος του χαμού.

Κουραστική βραδιά. Ξύπνησα αργά. Ήμασταν παρέα χτες βράδυ. Αλητεύαμε σε παράξενα τοπία. Κι ούτε θυμάμαι τι ζητούσαμε. Μόνο, πως δε χωρίζαμε. Δίπλα-δίπλα συνεχώς πηγαίναμε. Όλο πηγαίναμε. Σκέφτομαι, μα, τίποτα δε ζητούσαμε. Το ‘χαμε ήδη βρει.

Thursday, March 03, 2005

Όνειρο Θερινής νυκτός

Ήλιος

Επιτέλους

Άνοιξη

Πρέπει να περιμένω λίγο ακόμα για να φορέσω κοντομάνικο. Εκείνο το έντονο φούξια και κάτι πέδιλα με κίτρινες πέτρες. Πρέπει να περιμένω να βγει πολύς ήλιος, να καίει την άμμο στην παραλία, να πατάω πάνω και να καίγομαι, να τρέχω προς τη θάλασσα να βουτήξω να δροσιστώ. Η μακρινή μυρωδιά καλοκαιριού και μόνο φτάνει και παραφτάνει, άρχισα ήδη να ζεσταίνομαι. Ο ήλιος τσουρουφλίζει, θα πάθω καρκίνο από την ακτινοβολία, η τρύπα του όζοντος μεγαλώνει, ο πλανήτης θα πάθει καρκίνο από τον ήλιο πρώτος, εγώ θα προλάβω να πάθω από τίποτα άλλο. Δε βαριέσαι. Τουλάχιστον να κάνει ζέστη και να φοράω μια φούστα που θα ανεμίζει, τα μαλλιά μου να ανακατεύονται και να βλέπω παντού αφίσες με τεράστια παγωτά. Να περιφέρομαι άσκοπα και να κάνει ζέστη, να μην μπορώ να κοιτάξω τον ήλιο κατάματα και να κουβαλάω ένα μπουκαλάκι νερό. Ιδανική ώρα, ιδανική μέρα, ιδανικό ντύσιμο: ας πέσω με έναν αναστεναγμό στην καυτή άσφαλτο. Τα αυτοκίνητα θα φρενάρουν, όλοι θα τρέξουν ιδρωμένοι, το ασθενοφόρο θα βουίζει μέσα στη ζέστη και το air-condition θα έχει χαλάσει. Θα μπω μέσα στις καυτές λαμαρίνες, τίποτα δε θα έχει σημασία, θα είναι ήδη πολύ αργά, αλλά όλοι θα διασκεδάσουν λίγο περισσότερο μαζί μου. Θα με πάνε μέχρι το νοσοκομείο, θα με εξετάσουν, θα σφίξουν τα δόντια και θα πουν «κρίμα, ήταν πολύ νέα», μακάρι να πουν κανα-δυο « κι ήταν ωραία κοπέλα», θα προτιμούσα να έλεγαν «ήταν και έξυπνη κοπέλα», αλλά αυτό βέβαια δε θα είναι πια καθόλου εμφανές. Μετά θα αρχίσουν άλλοι να κλαίνε, άλλοι να αναρωτιούνται πως έγινε, άλλοι να λένε ότι τελικά δεν πρόλαβα να γίνω διάσημη. Θα ανακουφιστούν, είμαι σίγουρη, οι περισσότεροι, θα μπορούν τουλάχιστον να θυμούνται κάτι καλό... «Είχε μεγάλα όνειρα» θα λένε. Έστω αυτό, αρκεί. Προτείνω να γραφεί στην επιτύμβια στήλη. Στεφάνια δε θέλω, θέλω όμως να ψάξουν τα τετράδιά μου και να δημοσιεύσουν τα πονήματά μου μετά θάνατον. Θέλω η υστεροφημία μου να ξεπεράσει αυτή του Αχιλλέα και του Οδυσσέα. Θέλω να γίνω ο νέος Κάφκα, μόνο που αυτός είχε ένα μέτρο και δεν έγραφε πολλές μπαρούφες. Μάλιστα προέτρεψε να κάψουν τα γραπτά του, αχ, εμένα δε μ’ αρέσει ο νιχιλισμός. Θέλω το πνεύμα μου να βολτάρει πάνω από τις τέντες, να σκάει από τη ζέστη, να τρώει γρανίτες και να τρομάζει τους περαστικούς για πάντα.

Thursday, January 20, 2005

Ταξίδι προς ένα άλλο εγώ

Σήμερα δεν ονειρεύτηκα τίποτα. Ξύπνησα και ήταν ωραία. Ήρεμα και απλά. Ύστερα, είδα ότι κάτι μου ‘λειπε. Όχι μόνο το βραδινό όνειρο, όχι. Μου έλειπε το μέσον να ελπίζω στην υλική υπόσταση του κόσμου. Τα όνειρα δεν κοστίζουν. Η αγάπη και το μίσος δεν κοστίζουν, χαίρομαι που υπάρχουν ακόμη πράγματα που μπορεί να απολαύσει κανείς free of charge. Τα ταξίδια έχουν γενικά κάποιο κόστος, εκτός βέβαια αν είναι νοητά. Οι γονείς μου ταξίδεψαν λίγο στη ζωή τους. Άντε δυο ταξίδια ο καθένας τους εκτός Ελλάδας. Όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων. Και αναγκών, όλες οι επιλογές είναι σεβαστές.

Μ’ αρέσουν τα ταξίδια, τα νοητά και τα αληθινά. Το ταξίδι στον άλλο κόσμο ίσως και αυτό να είναι ωραίο. Αλλά τα πραγματικά... αυτά που παίρνεις πάντα το πιο φτηνό τραίνο, το πιο αργό λεωφορείο, το πιο τρύπιο πλοίο για να φτάσεις, αυτά έχουν την περισσότερη πλάκα. Θα ιδρώσεις στο δρόμο, θα πεινάσεις, μπορεί για μια στιγμή να σου περάσει από το νου «καλύτερα να μενα σπίτι μου». Δε θα το μετανιώσεις όμως τελικά. Γιατί θα φτάσεις, και θα βρεις έναν άλλο κόσμο, θα περιδιαβαίνεις ανύποπτος και δε θα καταλαβαίνεις τίποτα απ’ όσα γίνονται γύρω σου. Ούτε θα θέλεις να καταλάβεις. Θα σου μιλούν και θα είσαι κουφός, θα γελάς με την ανεμελιά σου, τίποτα δε σε περιμένει στον ξένο τόπο, τίποτα δε σφίγγεται σα θηλιά γύρω από το λαιμό σου. Κοιτάς τον ουρανό και τ’ αστέρια και όλα σου φαίνονται αλλιώς, γιατί πριν δεν προλάβαινες να κοιτάξεις, γιατί πριν ίσως το πρόβλημα ήσουν μόνο εσύ.

Τώρα ο αέρας σε φύσηξε, το άγχος που σε τρώει έκανε φτερά και κοιτάζεις βιτρίνες και χαμογελάς, δεν πειράζει που δεν αγοράζεις, αρκεί που τις κοιτάζεις και γελάς. Γιατί τις είδες, η ομορφιά των δρόμων σ’ έπιασε από το χέρι και σε πάει βόλτα, μια νέα γεύση σου γεμίζει το στόμα και αισθάνεσαι μικρό παιδί. Ανακαλύπτεις ξανά τον κόσμο. Μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα. Χωρίς μπαμπά και μαμά τώρα, προσπαθεί να ορθοποδήσει για λίγο εκεί έξω μονάχο. Αθώο και άβγαλτο, πρώτη φορά βλέπει αυτή τη μεριά του κόσμου. Ξέρει ότι θα γυρίσει πίσω, σε όλους και σε όλα, δε λυπάται, χαίρεται που θα γυρίσει. Θα χαίρεται ακόμη πιο πολύ, τα μωρά χαίρονται να λένε ιστορίες όσο και να ακούνε...είναι ωραίο σαν όνειρο κάθε ταξίδι. Δύσκολο ίσως, κουραστικό, όμως καινούργιο, μοναδικό... μια ταινία αυτοσχεδιασμού με πρωταγωνιστή εσένα.

Thursday, January 13, 2005

Πότε σκότωσες τελευταία φορά;

Σήμερα σκότωσα. Με κυνηγούσαν και αμυνόμουν. Εξωτικά φύλλα, ζούγκλα, αυτοκίνητα που δεν ξεκινούσαν. Άγρια διάθεση. Το πάτωμα λεπτό, άνοιξε τρύπα και φαινόταν από κάτω ο άλλος όροφος. Έτρεμα. Όλοι με είχαν στη μέση και με έλεγχαν, δε ξέρω τι κακό είχα κάνει, δε ξέρω ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο.

Πάντως στο τέλος πέταξα. Είχα καιρό να πετάξω, αυτή τη φορά όμως σχεδόν το έκανα. Πηδούσα με ατέλειωτους δρασκελισμούς από πολυκατοικία σε πολυκατοικία, σε σπίτια με κεραμίδια, σε αχυρώνες. Είχα όπλο στο χέρι μου, από αυτά που θέλουν συχνά γέμισμα, έριχνα στους διώκτες μου, τους πετύχαινα, ησύχαζα για μια στιγμή μέχρι να φτάσουν κι άλλοι. Έριχναν, όλο έριχναν, κι εγώ έριχνα, όλο έριχνα κι ας μην ξέρω σημάδι. Τους πετύχαινα, δεν έβλεπα το αίμα, ήταν μακριά για να δω το αίμα, όμως έβλεπα την απελπισμένη κίνηση του πόνου. Έριχνα, όλο έριχνα, ώσπου έμεινα μονάχη...

Σκέφτηκα μετά το Blade, και αυτός σκότωνε. Αυτός τουλάχιστον ήξερε τι σκότωνε. Εγώ ούτε που ξέρω ποια είναι τα βαμπίρ της ζωής μου.

Wednesday, January 12, 2005

Η επιστροφή των δεινοσαύρων

Σε λήθαργο πάλι βαρύ και μεγάλο. Ζωντανοί και νεκροί μαζί στο ίδιο σκηνικό ονείρου. Μπορούν να έρθουν πίσω στη γη οι δεινόσαυροι; Ήρθαν, δεν ξέρω από που ξεφύτρωσαν. Όλος ο κόσμος γεμάτος καταφύγια, μεγάλα σαν παλάτια και εξοπλισμένα ενάντια στη δύναμη γιγάντιων ερπετών.

Συναγερμός. Οι δεινόσαυροι έρχονται προς το μικρό, κλειστό κύκλο μας. Φύγετε όλοι ήρεμα, μα, σταθερά. Το μάρμαρο του πατώματος σχίζεται στη μέση και αφήνει μια τάφρο αδιαπέραστη. Πηδάω απέναντι τελευταία στιγμή. Το ασφαλές κομμάτι με κουβαλάει κάτω από το έδαφος. Συρματοπλέγματα, αραχνιασμένα δωμάτια, μικρά γκρι δωματιάκια, γιατί σώζεσαι από την ανυπαρξία, μόνο αν δεχτείς να ζήσεις με το φόβο μέσα στην περίεργη καταχνιά.

Παλιές συμμαθήτριες ήταν εκεί, όλοι να σωθούν, η ανυπαρξία είναι πολύ μονότονη για όλους μας. Μικρές τρύπες στους τοίχους του οχυρού άφηναν να μπαίνει λίγο φως. Είδα απέξω πρασινάδες. Καιρός ανοιξιάτικος ήταν και έρχονταν οι δεινόσαυροι. Κάποιοι βγήκαν στην αυλή. Κοιτούσαν που είναι αυτά τα εξαφανισμένα τέρατα. Κάτι ρουθούνισε κοντά μας. Έτρεξαν όλοι μέσα, πιο πολύ παραξενεμένοι, σα να ταν όλα παιχνίδι.

Κοιτούσα από την τρύπα που άφηνε το τούβλο που έλειπε. Ένας βίσονας χτυπούσε με τα κέρατά του την πόρτα. Η πόρτα τελικά έσπασε λιγάκι, ο βίσονας είδα ξαφνικά να κείτεται ανήμπορος, έσπασε κι αυτός το κεφάλι του.

Κάτι δεινόσαυροι φάνηκαν, είναι αλήθεια, από μακριά, αλλά δεν επιτέθηκαν. Δε ξέρω. Θα έρθουν, όταν ξανακοιμηθώ; Δεινόσαυροι είναι τα χρόνια που περνούν. Που τάχα τρέχουμε να τους κρυφτούμε, αλλά που θα τους πάει, θα μας βρουν σίγουρα και θα μας ξεκοιλιάσουν.

Tuesday, January 11, 2005

Αγάπη φάντασμα

Πες μου ένα πράγμα μόνο: τι λες εσύ πως είναι η αγάπη; Αλήθεια ή ψέματα; Γιατί το μυαλό μου δεν μπορεί να βρει άκρη. Θα ξυπνήσω και θα είμαι μόνη; Ή είμαι μόνη και αγκαλιάζω φαντάσματα;

Saturday, January 08, 2005

La vida es sueno

Άλογο ον ο άνθρωπος. Μπερδεύει και μπερδεύεται. Τι είναι όνειρο; Τι ζωή; Πως ξεχωρίζουν οι σκιές από τη στέρεη ύλη; Εμπιστεύεσαι τα μάτια σου; Την ακοή σου; Την αφή; Ποια από τις πέντε αισθήσεις εμπιστεύεσαι πιο πολύ; Όχι, μην επιλέξεις κάποια. Σκέψου το καλά πρώτα. Η σωστή απάντηση είναι καμία. Μη νομίζεις ότι κάποια από τις αισθήσεις είναι ικανή να σε βγάλει ασπροπρόσωπο. Είσαι κι εσύ Σιγισμούνδος κλεισμένος σε μπουντρούμι, αλυσοδεμένος. Πότε ξυπνάς, πότε κοιμάσαι., όλα ανακατεύονται στο κεφάλι σου, κάπου στο ενδιάμεσο είσαι όμορφος και πλούσιος, άλλοτε πάλι φτωχός και ανάπηρος, μη λες ότι ξέρεις, κι εσύ όπως όλοι δεν αποτελείς την παραμικρή εξαίρεση, μη λες ότι ξέρεις, άκου που σου λέω, τίποτα δεν ξέρεις.

Εστέλλα και Ροζάουρα: μα, φυσικά, υπάρχουν και αυτές για να ομορφαίνουν τον κόσμο, έτσι δε γίνεται πάντα; Συμβαίνει μάλιστα να είναι αυτές τελικά που καθορίζουν την κατάληξη. Άκου την καθορίζουν, απλώς την διαφοροποιούν λιγάκι, αυτό μονάχα. Γιατί όταν έχεις μπρος σου μια γκόμενα με βαρύ σπαθί στο χέρι, αγχωμένη να υπερασπιστεί την τιμή της, αυτή που εμπιστεύτηκε σε κάποιον που δεν το άξιζε, τότε την αφήνεις καμιά φορά να κάνει το δικό της. Να δέσει με αιώνια δεσμά αυτό τον ανόητο που την πλάνεψε, έτσι για να μην νομίσουν οι άντρες της γης ότι πάντα θα τη βγάζουν καθαρή. Η άλλη, αφού η μοίρα που της προοριζόταν αποδείχτηκε η μοίρα μιας άλλης, άντε, δε βαριέσαι, μπορεί να βολευτεί και με τον πρωταγωνιστή, ποια η διαφορά, κι αυτός τη δουλειά του την κάνει και με το παραπάνω.

Σιγισμούνδος με τριμμένο τζιν και αλαζονικά μακριά παλτά. Η λευκή γούνα διαδέχεται την ολόμαυρη δαντέλα, η μακριά χαίτη ανεμίζει ανυπότακτα. Ροζάουρα με την αγνή καρδιά και το χαλασμένο σώμα, το εξώπλατο φανταχτερό φόρεμα του καμπαρέ τονίζει περισσότερο τώρα αυτό που προσπάθησες να κρύψεις με τα κομμένα αγορέ μαλλιά σου. Δε γεννήθηκες άντρας, δε σε ελέησε αρκετά ο Θεός. Πέπλα, κι άλλα πέπλα, τα πέπλα του ονείρου που ίσα που κουνιούνται απ’ τον άνεμο, όμως δεν πέφτουν, δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια. Κι ένα άλογο με τις οπλές ορθωμένες, να φωτίζει και να σου θυμίζει το προφανές. Άλογο ον ο άνθρωπος, ζει μονάχα για ν’ ακολουθεί τα όνειρά του. Το όνειρο ενός φρενοβλαβούς που προσπαθεί να ξυπνήσει, να τι είναι όλη η ζωή του. Μια ζεστή ανάσα στον παγωμένο θάλαμο του τρελοκομείου. Σκέψου ότι είσαι βασιλιάς και ζήσε το, όσο προλαβαίνεις χαίρου, γιατί στο ξανάπα, μη λες τίποτα, καλύτερα σώπα, μη λες ότι ξέρεις, κι εσύ όπως όλοι εκεί έξω, δε θες να το ακούς, όμως έτσι είναι, μην κλαις, ξέχνα το αν πονάει, αλλά έτσι είναι, δύστυχε, κι εσύ τίποτα δεν ξέρεις.

Monday, January 03, 2005

Όνειρο

Άγνωστες γυναίκες. Το σπίτι είχε γεμίσει άγνωστες γυναίκες. Περιφέρονταν εδώ κι εκεί ακούραστα μια στην κουζίνα, μια στην τουαλέτα, μετά ξανά στην κουζίνα, ύστερα δίπλα ακριβώς από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ήταν καλεσμένες, ούτε έψαχναν κάτι. Απλώς καθάριζαν, έψαχναν μόνο σκόνη και χνούδια, ξεχασμένες τρίχες κάτω από το κρεβάτι και παραπεταμένα χαρτάκια. Έπλεναν τα πιάτα και έβαζαν σε μια τάξη όλα τα ανάκατα ριγμένα περιοδικά και εφημερίδες. Δεν ξαφνιάστηκα, ένιωσα να ονειρεύομαι. Πολλές άγνωστες γυναίκες να καθαρίζουν το σπίτι μου ενώ εγώ έμπαινα αμέριμνος. Δεν είχα ιδέα από που μπήκαν. Που βρήκαν τα κλειδιά, ποιος τους άνοιξε; Προχώρησα στο διάδρομο. Πάγωσα, δεν ήταν μόνες. Θεέ μου, δυο μωρά καθόταν εκεί και έπαιζαν με τα πεταμένα μου DVD. Δεν άντεξα τότε. –Μπέμπη, φώναξα στο ένα, μπέμπη... –Μπέμπα, μου απάντησε η μωρουδίστικη φωνούλα του. –Που είναι η μαμά σας; Γιατί είστε μόνα σας εδώ; –Η μαμά ήθελε να ξεκουραστεί και πήγε σπίτι. Έβαλε αυτές να καθαρίσουν...