He was drinking his whisky anxiously. He needed to calm down. Other spies, mightier and with more efficient networking qualities (what other people call ass-licking qualities) were way ahead him. With a fiasco in his pocket -defeated by the Americans, can you imagine?- he had to do it right this time around.
Showing posts with label Obituary. Show all posts
Showing posts with label Obituary. Show all posts
Wednesday, November 12, 2014
Monday, November 28, 2011
Thank you, Ken Russel; Tommy was good fun
The news of Ken Russell's death shook the world media; he is now called a pioneer, an iconoclast, a groundbreaking and controversial director, things that he always has been, of course. I admire more, though, those who are brave enough to love him for his kitschy and bombastic qualities, in Tommy, for instance.
Tommy is the film that left me utterly impressed with its unconventional thrill (and I recently proposed it to a friend as an equivalent, somehow, to the Greek cult film O Drakoulas ton Eksarheion). Tommy is definitely the film I would recommend to the audience that first heard of him today, because of the unfortunate event of his decease.
Monday, November 01, 2010
Sir Peter Ustinov

Ο καλύτερος Νέρωνας όλων των εποχών δεν είναι πια μαζί μας. Ο Peter Ustinov, που ενσάρκωσε άφθαστα τον αυτοκράτορα Νέρωνα στην ταινία Quo Vadis? (για την οποία κέρδισε Χρυσή σφαίρα Β’ αντρικού ρόλου το 1951) έφυγε πλήρης ημερών σε ηλικία 82 ετών. Παρόλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τελευταία, ούτε στιγμή σκέφτηκε να επαναπαυτεί στις δάφνες του. Η τελευταία του δουλειά είναι η τηλεοπτική παραγωγή Winter Solstice, όπου έπαιζε τον εαυτό του! «Αυτό που με ξαφνιάζει», είχε πει για τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος, «είναι ότι δεν λέω τόσο διαφορετικά πράγματα τώρα απ’ ότι τότε που ήμουν είκοσι χρονών. Η διαφορά είναι ότι το να έχεις άσπρα μαλλιά σημαίνει ότι οι άνθρωποι τείνουν να σε ακούνε, κάτι που ποτέ πριν δεν έκαναν».
Wednesday, March 19, 2008
Dying in London ή γιατί μου το 'κανες αυτό, Anthony Minghella?
Ο σκηνοθέτης του Άγγλου Ασθενή, της πιο influential ιστορίας αγάπης της εφηβείας μου έφυγε πολύ ξαφνικά και πολύ αναπάντεχα για να το αντέξω. Από χθες το τριγυρίζω στο μυαλό μου και δεν ξέρω που και πως να τακτοποιήσω την πληροφορία του θανάτου του από εγκεφαλική αιμορραγία, εν μέσω γυρισμάτων, ετοιμασιών projects, σχεδίων για επόμενα. Ο πιλότος της σειράς The No. 1 Ladies Detective Agency, της τηλεοπτικής μεταφοράς του ομώνυμου βιβλίου και τελευταίας δουλειάς του, θα προβληθεί πανηγυρικά(;) αυτή την Κυριακή ( Κυριακή του Πάσχα στην Αγγλία ) από το BBC 1. Ως τελευταία κινηματογραφική δουλειά του μένει τελικά το Breaking and Entering, γλυκό αλλά όχι αντάξιο του Aσθενή, και ως πρώτη και τελευταία σκηνοθεσία όπερας, βραβευμένης με Olivier Award, η Madam Butterfly με την εντυπωσιακή αποτύπωση του κόκκινου ορίζοντα (που πρόσθεσε την ψευδαίσθηση βάθους στη σκηνή του London Coliseum) και τη λιτότητά της.Ο Anthony Minghella ήταν αυτός που επέλεξα κάποτε να του αφιερώσω το πρώτο μου Who is Who και αυτός που χαιρόμουν πιο πολύ όταν έβλεπα από μακριά στο London Film Festival τα τελευταία χρόνια ως Chairman του BFI. Ήταν αυτός που διάβαζε μυθιστορήματα με προσοχή, τα μετέπλαθε σε σενάρια με ευαίσθητη ματιά στους ήρωες και κατάφερνε να βγάζει πάντα την καλύτερη ερμηνεία από τους ηθοποιούς του πολλούς από τους οποίους οδήγησε με σταθερό βήμα στα σκαλιά της Ακαδημίας. Περίμενα πραγματικά πολλά ακόμη απ’ αυτόν, γι’ αυτό και η αίσθηση ότι το δημιουργικό του πνεύμα μας εγκατέλειψε πριν ξεδιπλώσει κάθε πτυχή του, είναι τελικά αυτή που κάνει το πένθος πιο βαρύ. Τόσο βαρύ, που μου φαίνεται ότι θα χρειαστεί να γράψω αρκετά ακόμη γι’ αυτόν μέχρι να το ξεπεράσω.
Tuesday, July 31, 2007
Έχε γεια, κι εσύ Antonioni
Ο σκηνοθέτης του Blowup(1966), που άρεσε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, ίσως πιότερο για τις sexy παρουσίες, μεταξύ των οποίων και η νεαρή μυστηριώδης Vanessa Redgrave, ή εκείνος που ανακάλυψε την αποξένωση στον κινηματογράφο, για τους πιο ψαγμένους, βιάστηκε ν’ ακολουθήσει κατά πόδας το Bergman, μάλλον γιατί και τον Αχέροντα με παρεούλα τον περνάς με λιγότερο τρόμο.Ο Michelangelo Antonioni ξεκίνησε από την ταπεινή Φεράρα για να αλλάξει ριζικά την κινηματογραφική γλώσσα ή, καλύτερα, να φτιάξει μια ολόδική του. Ταυτόσημος των ατέλειωτων μονοπλάνων –πολύ πριν ο Αγγελόπουλος του πάρει την πρωτιά—και της ιδιότυπης σύνθεσης των πλάνων του –όπου ο περιβάλλον χώρος, οι όγκοι, τα σχήματα των κτιρίων φαίνεται να πρωταγωνιστούν εις βάρος των σάρκινων πρωταγωνιστών--, ο Antonioni είναι τόσο αγαπημένος στις πανεπιστημιακές αίθουσες, όσο αποδιωγμένος ήταν από το ευρύ κοινό. Όπως κάθε καλλιτέχνης μπροστά από την εποχή του, έτσι και ο ρηξικέλευθος Ιταλός πάλευε για το budget κάθε ταινίας του, βρίσκοντας κυρίως πόρους έξω από την πατρίδα του, που τότε (και ακόμα) είχε αδυναμία στο πιο εύπεπτο θέαμα.
Από το L’Avventura, που προκάλεσε σούσουρο στο ανυποψίαστο κοινό των Καννών με την έλλειψη κλασικής αφηγηματικής πλοκής, πηγαίνουμε στα La Notte, L’Eclisse, Il Deserto Rosso• κάπως έτσι ο Antonioni αγάπησε τη Monicca Vitti και την αποστασιοποιημένη κομψότητά της και της έδωσε τρεις φορές τον κεντρικό ρόλο, με ένα διάλειμμα για τη Jeanne Moreau στο ενδιάμεσο. Από τις ιταλικές του ταινίες, αυτές είναι που αναστάτωσαν, προβλημάτισαν και τελικά άφησαν το στίγμα για την πρωτοπόρα αισθητική και τα αισθήματα αλλοτρίωσης και απύθμενης κενότητας των συγχρόνων του, που απηχούν. Περιγράφοντας τη ζωή περιπλανώμενων ηρωίδων της ανώτερης αστικής τάξης σε χαοτικές μητροπόλεις έτοιμες να τις καταπιούν, αποφάνθηκε για τις κοινωνικές ανισότητες του οικονομικού θαύματος με αυτή τη «χαλαρή τριλογία» ή, κατ’ άλλους, «σπουδαία τετραλογία».
Οι περίφημες μη-γραμμικές ταινίες του με το ανοιχτό, μετέωρο τέλος μίλησαν βέβαια και αγγλικά και αμερικάνικα: Blowup και swinging sixties στο Λονδίνο, Zabriskie Point και φοιτητικές αναταραχές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, και Professione: Reporter, με Jack Nickolson σε πολύ καλή στιγμή. Τις ταινίες του τις υποδείκνυε μόνο το ένστικτο του, που συνέχισε να τον τροφοδοτεί με ιδέες ακόμη και μετά το εγκεφαλικό του 1983, με τελευταία του πινελιά τη μία από τις τρεις ιστορίες του omnibus film Εros (2004).
Τώρα, στην ερώτηση γιατί το κοινό εκεί έξω δεν τον κατάλαβε ποτέ ιδιαίτερα, παρά μόνο εκ των υστέρων στις επανεκδόσεις, η απάντηση είναι τελικά πολύ απλή: ο ίδιος δεν το επιδίωξε, αφού δε σκέφτηκε στιγμή το κοινό --τι εννούμε άλλωστε όταν λέμε κοινό; --, παρά μόνο σε μια εξιδανικευμένη μορφή του, δηλαδή τον ίδιο (!). Στην ερώτηση για ποιους κάνει ταινίες, απάντησε κάποτε: "I do it for it an ideal spectator who is this very director. I could never do something against my tastes to meet the public. Frankly, I can't do it, even if so many directors do so. And then, what public? Italian? American? Japanese? French? British? Australian? They're all different from each other."
Monday, July 30, 2007
Adieu Ingmar Bergman
Ένας ένας πέφτουν από το δέντρο οι εναπομείναντες μεγάλοι σκηνοθέτες. Μετά τον Altman, ήρθε η σειρά του (πολύ πιο αγαπημένου, in fact) Σουηδού Ingmar Bergman, να μας αφήσει, πλήρης ημερών, σε ηλικία 89 ετών. Οι κακεντρεχείς, τον έχουν κατηγορήσει για μισογυνισμό και αντικληρικαλισμό, το δεύτερο είναι ένας επιπλέον λόγος να τον λατρεύουμε, για το πρώτο κάνουμε τα στραβά μάτια, ειδικά κάτι τέτοιες στιγμές.Ο Bergman, συνώνυμος με τον (αμφίσημο) όρο art cinema, ξεκίνησε από το θέατρο, είτε σκηνοθετώντας γνωστά έργα ρεπερτορίου, είτε γράφοντας τα δικά του και συνέχισε την παράλληλη αυτή πορεία, έχοντας μάλιστα και το δικό του θίασο. (Εδώ σε μας έχουν ανέβει τα Σκηνές από ένα Γάμο , Μετά την Πρόβα, Φθινοπωρινή Σονάτα). Στις συνεργασίες του υπήρξε αφοσιωμένος, όχι μόνο επειδή με την κάθε πρωταγωνίστριά του αριθμεί αρκετές ταινίες, αλλά ενίοτε και τέκνα. Οι αψεγάδιαστες (σε εμφάνιση και τεχνική) Bibi Anderson, Liv Ullman, Ingrid Thulin εμφανίζονται κατά κανόνα στις ταινίες του, όπως και ο Max von Sydow, ο Ιππότης που έπαιξε σκάκι με το Χάρο στην Έβδομη Σφραγίδα, και ο Erland Josephson. Αυτή η στενή γνωριμία και σχέση με το έμψυχο υλικό του, του επέτρεπαν πιο άνετα να ζητάει τον αυτοσχεδιασμό, όπως συνήθιζε.
Οι σχέσεις με το άλλο φύλο και γενικότερα η γυναικεία ψυχολογία αποτέλεσαν για το Bergman μεγάλο γρίφο, και φιλότιμα προσπάθησε να γίνει ανατόμος τους. Ταινίες όπως Καλοκαίρι με τη Μόνικα, Κραυγές και Ψίθυροι, Φθινοπωρινή Σονάτα, Σκηνές από ένα Γάμο και η πιο avant-garde ταινία του ever, Persona, αφοσιώνονται στην παρατήρηση των πολύπλοκων διαπροσωπικών σχέσεων των δύο φύλων ή των γυναικών μεταξύ τους, που, σημειωτέον, πάντα καταλήγουν σε φιάσκο.
Η αυτοβιογραφική ταινία Φάνι και Αλέξανδρος, που περιγράφει σπαρακτικά τη ζωή των δυο παιδιών του τίτλου ήταν από τους τελευταίους του θριάμβους και από τις πιο συγκινητικές στιγμές του έργου του, τολμώντας μια παρομοίωση της ζωής με παιχνίδι σκιάς και φωτός της Lanterna Magica –όπως τιτλοφορείται και η αυτοβιογραφία του- πάνω στον τοίχο. Χωρίς να συμμερίζεται την καχυποψία για την TV, καταδέχτηκε να σκηνοθετήσει πολλές μεταφορές θεατρικών και άλλα έργα, με τελευταίο το Saraband (2003) που είναι το τελευταίο έργο του που προβλήθηκε στο πανί.
Όσο κι αν εμείς ταραχτήκαμε που έφυγε, ο ίδιος θα το βλεπε μάλλον ψύχραιμα." It's like a light that is extinguished. Not very much to make a fuss about.", είπε κάποτε σε ερώτηση σχετική με το θάνατο.
Tuesday, November 28, 2006
15 Ways to Kill a Festival
1. Προσλαμβάνεις ως έκτακτο προσωπικό όλους τους γνωστούς των γνωστών του μόνιμου προσωπικού—που χρειάζονται δέκα ώρες για να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν και μισό λεπτό για να το κάνουν.
2. Μαζεύεις περί τις 300 πιο βαρετές ταινίες της παγκόσμιας παραγωγής—για να έχεις γεμάτο πρόγραμμα.
3. Τοιχοκολλάς το κέντρο και τις Δυτικές Συνοικίες, από Πολίχνη, Νεάπολη, Μετέωρα μέχρι Αμπελόκηπους—για να προσελκύσεις όχι μόνο την ελίτ.
(Άρα…δείχνεις ότι σκοπεύεις να κάνεις Φεστιβάλ κοινού ;)
4. Βγάζεις εισιτήρια αξίας, άλλα τόσα μηδενικά και μοιράζεις και προσκλήσεις, όλα για την ίδια προβολή. Δημιουργείς το αδιαχώρητο με τον κόσμο να τσαλαπατιέται: έχεις μελανιά; Θα δεις ταινία! A fair deal.
5. Καλείς ως επίσημους κάθε κολλητό της κυρίας Ελένης, και αφήνεις την Αντουανέτα Αγγελίδη να τη βγάζει με Cineκάρτα και να στήνεται στις ίδιες ουρές με κάθε άξεστο Θεσσαλονικιό.
6. Γεμίζεις ασφυκτικά τις αίθουσες, τα σκαλάκια, το πάτωμα κλείνοντας κάθε δίοδο—μετά περιμένεις κάποιον να βάλει φωτιά στην αίθουσα. (πυρασφάλεια, u know?)
7. Διοργανώνεις Masterclasses με το Χωραφά και τη Μουζάκη ως κατεξοχήν ανθρώπους της κινηματογραφικής academia να...συντονίζουν τη συζήτηση.
8. Προγραμματίζεις ROUND table on Cinematography με…2 συμμετέχοντες και κρίνεις το συντονιστή περιττό—γιατί, αφού καπάρωσες τον Wim Wenders, να μην τον χώσεις να καλύψει όλες τις τρύπες του προγράμματος;
9. Καταφέρνεις να χωρέσεις σύσσωμο τον ελληνικό και ξένο τύπο σε μια αίθουσα με δέκα υπολογιστές.
10. Τάζεις τιμητικές πλακέτες μήπως και ξεσηκώσεις καναν ημι-διάσημο να πετάξει για grand entrance στη Σαλονίκη—οι πληρωμένες διακοπές στην νύφη του Θερμαικού δεν πείθουν πια κανένα.
11. Έχεις βέβαια ξεχάσει εντελώς το κόκκινο χαλί, τους βάζεις όλους από την πίσω πόρτα.
12. Βραβεύεις τελικά όποιον καταδέχεται να έρθει να φωτογραφηθεί στο όνομα της χαμένης γκλαμουριάς.
( Άρα, δείχνεις ότι τελικά θέλεις να κάνεις Φεστιβάλ τύπου; )
13. Στήνεις Industry Centre για αυτούς που θα αγοράσουν hopefully τις χειρότερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.
14. Τους εξορίζεις τέρμα θεού, στα βάθη μιας έρημης αποβάθρας—γιατί το βαλτωμένο βιομηχανικό τοπίο θα αναθερμάνει την όρεξη για business.
( Άρα, τελικά, φιλοδοξούσες να κάνεις ταυτόχρονα και film market; )
15. Τέλος, μοιράζεις προσκλήσεις για την τελετή λήξης σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Μετά κλείνεις κάθε δίοδο προς το Ολύμπιον πλην μίας, οχυρώνοντάς το με γλάστρες από καλλωπιστικά φυτά. Ύστερα, στέλνεις όσους δίνουν τις καλύτερες αγκωνιές στον 5ο όροφο στον Παύλο Ζάννα, για να δουν την τελετή σε ζωντανή σύνδεση!
Και του χρόνου.
Υ.Γ. Με λίγη βοήθεια, θα μπορούσα να φτάσω και μέχρι το 100...
2. Μαζεύεις περί τις 300 πιο βαρετές ταινίες της παγκόσμιας παραγωγής—για να έχεις γεμάτο πρόγραμμα.
3. Τοιχοκολλάς το κέντρο και τις Δυτικές Συνοικίες, από Πολίχνη, Νεάπολη, Μετέωρα μέχρι Αμπελόκηπους—για να προσελκύσεις όχι μόνο την ελίτ.
(Άρα…δείχνεις ότι σκοπεύεις να κάνεις Φεστιβάλ κοινού ;)
4. Βγάζεις εισιτήρια αξίας, άλλα τόσα μηδενικά και μοιράζεις και προσκλήσεις, όλα για την ίδια προβολή. Δημιουργείς το αδιαχώρητο με τον κόσμο να τσαλαπατιέται: έχεις μελανιά; Θα δεις ταινία! A fair deal.
5. Καλείς ως επίσημους κάθε κολλητό της κυρίας Ελένης, και αφήνεις την Αντουανέτα Αγγελίδη να τη βγάζει με Cineκάρτα και να στήνεται στις ίδιες ουρές με κάθε άξεστο Θεσσαλονικιό.
6. Γεμίζεις ασφυκτικά τις αίθουσες, τα σκαλάκια, το πάτωμα κλείνοντας κάθε δίοδο—μετά περιμένεις κάποιον να βάλει φωτιά στην αίθουσα. (πυρασφάλεια, u know?)
7. Διοργανώνεις Masterclasses με το Χωραφά και τη Μουζάκη ως κατεξοχήν ανθρώπους της κινηματογραφικής academia να...συντονίζουν τη συζήτηση.
8. Προγραμματίζεις ROUND table on Cinematography με…2 συμμετέχοντες και κρίνεις το συντονιστή περιττό—γιατί, αφού καπάρωσες τον Wim Wenders, να μην τον χώσεις να καλύψει όλες τις τρύπες του προγράμματος;
9. Καταφέρνεις να χωρέσεις σύσσωμο τον ελληνικό και ξένο τύπο σε μια αίθουσα με δέκα υπολογιστές.
10. Τάζεις τιμητικές πλακέτες μήπως και ξεσηκώσεις καναν ημι-διάσημο να πετάξει για grand entrance στη Σαλονίκη—οι πληρωμένες διακοπές στην νύφη του Θερμαικού δεν πείθουν πια κανένα.
11. Έχεις βέβαια ξεχάσει εντελώς το κόκκινο χαλί, τους βάζεις όλους από την πίσω πόρτα.
12. Βραβεύεις τελικά όποιον καταδέχεται να έρθει να φωτογραφηθεί στο όνομα της χαμένης γκλαμουριάς.
( Άρα, δείχνεις ότι τελικά θέλεις να κάνεις Φεστιβάλ τύπου; )
13. Στήνεις Industry Centre για αυτούς που θα αγοράσουν hopefully τις χειρότερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.
14. Τους εξορίζεις τέρμα θεού, στα βάθη μιας έρημης αποβάθρας—γιατί το βαλτωμένο βιομηχανικό τοπίο θα αναθερμάνει την όρεξη για business.
( Άρα, τελικά, φιλοδοξούσες να κάνεις ταυτόχρονα και film market; )
15. Τέλος, μοιράζεις προσκλήσεις για την τελετή λήξης σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Μετά κλείνεις κάθε δίοδο προς το Ολύμπιον πλην μίας, οχυρώνοντάς το με γλάστρες από καλλωπιστικά φυτά. Ύστερα, στέλνεις όσους δίνουν τις καλύτερες αγκωνιές στον 5ο όροφο στον Παύλο Ζάννα, για να δουν την τελετή σε ζωντανή σύνδεση!
Και του χρόνου.
Υ.Γ. Με λίγη βοήθεια, θα μπορούσα να φτάσω και μέχρι το 100...
Friday, May 05, 2006
Αλέξης Δαμιανός
Τον Αλέξη Δαμιανό τον έμαθα στο πρώτο έτος της Σχολής. Τον είδα μπροστά μου, με σάρκα και οστά (με πρωτοβουλία της καθηγήτριας Εύας Στεφανή) να τα έχει κάπως…χαμένα μέσα στη μεγάλη αίθουσα (είναι πάνω από ογδόντα) και να διηγείται ιστορίες απ’ τα παλιά. Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας όμως το ήξερα από πιο μικρή –ποιος δεν το ήξερε; Μόνο που δεν ήξερα την ιστορία του.Ο Αλέξης Δαμιανός γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Μετράει χρόνια και σημαντικά γεγονότα: έζησε όλη την ιστορία που εμείς απλώς διαβάζουμε, την ιστορία που αυτόν τον ώθησε στη δημιουργία. Το λέω αυτό, γιατί συμφωνώ με τη γνώμη εκείνων που θέλουν το ρεύμα των κινηματογραφιστών της γενιάς του ΄60 να μάχεται με τις ταινίες του εναντίον της Χούντας των Συνταγματαρχών(1967-1974) και να προσπαθεί να αποδώσει την «ελληνικότητα» ενάντια στις έντονες αμερικάνικες επιρροές της εποχής. Η Ευδοκία (1971), καθώς και η πρώτη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Αναπαράσταση (1970) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του κινηματογράφου που ο κριτικός Φώτης Αλεξίου ονόμασε «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος». Είναι το νέο αυτό ρεύμα που θέλησε να εναντιωθεί στον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής, τα ηνία του οποίου κρατούσε η Φίνος Φιλμς και να ασχοληθεί με έναν τύπο ανεξάρτητου κινηματογράφου - που έχει ίσως ομοιότητες με τη γαλλική Nouvelle Vague.
Ο Δαμιανός σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν τον άφησε αδιάφορο εξαρχής. Μέσα από τη δουλειά του –ξεκίνησε ως ηθοποιός- έκανε τη δική του αντίσταση στην Εποχή της Κατοχής. Μαζί με ηθοποιούς όπως η Αλέκα Παϊζη και με επικεφαλής το Γιώργο Σεβαστίκογλου έγινε το Λαϊκό Θέατρο με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό του κόσμου. Αυτή την πρώτη φορά όπως και πολλές φορές αργότερα, οι αρχές κατάφερναν να τα χαλάνε όλα.Ίδρυσε το «Πειραματικό Θέατρο» και το θέατρο «Πορεία». Σκηνοθέτησε και έπαιξε σε θεατρικές παραστάσεις, έπαιξε σε ταινίες όπως ο Κλέφτης του Παντελή Βούλγαρη ή ο Καιρός των Ελλήνων του Λάκη Παπαστάθη. Έγραψε δύο θεατρικά έργα «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» και «Ένα αγκάθι στο σπιτικό μας», έκανε τρεις από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών και...συνεχίζει. Δε σνόμπαρε ούτε την τηλεόραση (Παράξενος Ταξιδιώτης, Πατούχας). Το 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έκανε αφιέρωμα στη δουλειά του με τον τίτλο «Αλέξης Δαμιανός: Ο Λυρισμός της Βίας». Και δε θα μπορούσε να του δώσει πιο αντιπροσωπευτικό τίτλο.
Το Μέχρι το Πλοίο κατέδειξε τον ποιητικό οίστρο του. Ήρθε η Ευδοκία, μια ιστορία μεστή και συγχρόνως απέριττη να τον φτάσει στο απόγειό του. Το comeback του ήταν πολυαναμενόμενο. Ο Ηνίοχος ήρθε λίγο αργά και ίσως μάλιστα να άφησε κάποιους απογοητευμένους. Ολοκλήρωσε πάντως μια πορεία –μια χαλαρή τριλογία την έχουν χαρακτηρίσει άλλοι- στον ελληνικό χωροχρόνο που κάλυψε το διάστημα από το 1966 μέχρι και το 1995.
Ο Αλέξης Δαμιανός έσβησε τη Πέμπτη 4 Μαίου 2006 στις 1:20 το μεσημέρι στο σπίτι του στην Εκάλη.
Μέχρι το Πλοίο
Το θέμα της ταινίας ήταν το 1966 εξαιρετικά επίκαιρο. Ένας βουνίσιος σπρωγμένος από τις δυσκολίες επιβίωσης που αντιμετωπίζει, αποφασίζει να πάρει το καράβι για την Αυστραλία. Βλέπουμε το ταξίδι του ήρωα από το ορεινό χωριό του μέχρι το λιμάνι του Πειραιά. Η ταινία είναι στην ουσία ένα τρίπτυχο, αποτελείται από τη συρραφή τριών διηγημάτων και δείχνει τα στάδια της κατάβασης του ορεσίβιου.
«Το Δαχτυλίδι» του Σπύρου Πασαγιάννη αποτελεί υλικό για το πρώτο μέρος της ταινίας. Μέσα στο βουκολικό τοπίο ξετυλίγεται μια ιστορία αντιζηλίας μεταξύ δυο φίλων και τους οδηγεί στη σύγκρουση. Αυτό είναι και το καταλυτικό γεγονός για να κάνει τον ένα να τα αφήσει όλα πίσω. Το επόμενο στάδιο είναι ο κάμπος, εκεί όπου γίνεται μάρτυρας του ερωτικού ξυπνήματος μιας νεαρής βοσκοπούλας –το κομμάτι αυτό βασίζεται στη «Νανότα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου. Ο ήρωας φτάνει τελικά στην πόλη όπου περιμένοντας να έρθει το καράβι μένει σε ένα φτωχόσπιτο που το μοιράζεται με ένα ζευγάρι. Περιμένοντας, θα δει πως είναι όταν η αγάπη τελειώνει, όταν τα δύο παλεύουν να γίνουν ξανά ένα. Αυτό το μέρος βασίζεται σε διήγημα του ίδιου του Δαμιανού και μας αφήνει την πιο πικρή αίσθηση.
Ο ήρωας, που τον υποδύεται ο ίδιος ο Δαμιανός, φεύγει από την πατρίδα του όχι μόνο εξαιτίας της φτώχιας, αλλά γιατί τίποτα πια δεν το κρατάει πίσω. Το μοτίβο της αγάπης όπως περνάει στις διάφορες μορφές της στις τρεις ιστορίες αφήνει να υπονοηθεί πως θα ήταν το μόνο που ίσως να μπορούσε να τον κρατήσει.
Χαρακτηριστική ασπρόμαυρη φωτογραφία και εναλλαγές ρυθμού. Η ταινία ήταν στο πρόγραμμα προβολών για τις Ελληνικές Σπουδές του Princeton University φέτος, ακριβώς λόγω της πιστότητας με την οποία αποδίδει το ελληνικό τοπίο και ιδιοσυγκρασία.
Ευδοκία
Τότε, στο πανεπιστήμιο, στην κατάμεστη με περίεργους φοιτητές αίθουσα, είδα μόνο μια σκηνή απ’ την ταινία, τη σκηνή με την κούνια. Η Ευδοκία μέσα στο βουνίσιο τοπίο, ερωτευμένη, γελάει. Κάνει κούνια και ξεκαρδίζεται στα γέλια, ο λοχίας της την κουνάει όλο και πιο δυνατά, νομίζουμε ότι το σχοινί θα σπάσει και ο γκρεμός θα την καταπιεί και αυτή γελάει, όλη της η ψυχή, όλη της η ανεμελιά είναι μέσα σ’ αυτό το γέλιο.
Βλέποντάς την ολόκληρη, κατάλαβα γιατί έγινε τόσος ντόρος γι’ αυτήν (ψηφίστηκε καλύτερη ελληνική ταινία το 1985). Καταρχήν, για την πρωταγωνίστρια. Η Κύπρια Μαρία Βασιλείου ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών όταν γύρισε την ταινία. Ήρθε από το Λονδίνο στην Αθήνα ειδικά για τα γυρίσματα και τα κατάφερε θαυμάσια, αν αναλογιστούμε ότι δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός. Πάντως, το γάργαρο γέλιο της δεν είναι ακριβώς…δικό της. Η πρωταγωνίστρια-που μιλούσε με μεγαλύτερη ευκολία αγγλικά, παρά ελληνικά- ντουμπλαρίστηκε και η φωνή που ακούμε στην ταινία είναι αυτή της Ελένης Ροδά.
Η ταινία γυρίστηκε σε όχι ευνοϊκή στιγμή για την ελληνική πραγματικότητα (1971). Επί εποχής χούντας ο μόνος τρόπος να κάνει ο σκηνοθέτης το σχόλιό του για την πολιτική κατάσταση ήταν με υπονοούμενα. Οι στρατιώτες επιδίδονται σε γυμνάσια κάτω από τον καυτό ήλιο ξανά και ξανά. Αυτή η καταπίεση, κάπως πρέπει να βγει διαφυγή. Πως; Πάνω σ’ ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Εκεί που αρχίζουν όλα.
Η ατμόσφαιρα κάθε άλλο παρά κλειστοφοβική είναι με τα εκτυφλωτικά, ανοιχτά της πλάνα. Όμως κάτι φαίνεται να παραμονεύει, δεν υπάρχει μέρος απόλυτα ασφαλές, το ξέσπασμα είναι μόνο ένα βλεφάρισμα μακριά.
Η Ευδοκία είναι μια πόρνη. Θέλει να είναι ελεύθερη, θέλει να παντρευτεί, θέλει οι δικοί της να μην ντρέπονται γι’ αυτή. Όμως αφήνεται να την εκμεταλλευτούν, μαθαίνει στα εύκολα. Βολεύεται. Ο χαρακτήρας της σμιλεύτηκε εξαιτίας των κοινωνικών συνιστωσών, της φτώχειας, της αμάθειας αλλά και του φόβου (ο φόβος της φυλάκισης φαίνεται έντονα σε κάποια σημεία). Η πορεία της προς τη χειραφέτηση είναι ένα αδιέξοδο, δε χάνει όμως τίποτα αν προσπαθήσει.Ρεαλισμός, σκληρό φως, γυμνά τοπία. Ο Δαμιανός μας δείχνει την Ελλάδα του τότε, μια Ελλάδα μίζερη αλλά με διάθεση για ζωή. Η ποιότητα ζωής ως όρος δεν έχει εφευρεθεί ακόμη. Οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στην πόλη και τη φύση. Όμως η πόλη της Ευδοκίας έχει φτωχογειτονιές, άδεια σοκάκια, χωράφια. Φαίνεται φτωχή, αθεράπευτα φτωχή, ταιριάζει γάντι στους ήρωές της.
Ηνίοχος
Η τελευταία ταινία του Δαμιανού από μόνη της καλύπτει σχεδόν πενήντα χρόνια της ελληνικής ιστορίας (1941- 1995). Ο Ηνίοχος, φοιτητής πριν από την Κατοχή, φυλακίζεται από τους Ιταλούς. Δραπετεύει και βρίσκει καταφύγιο στα βουνά, μαζί με τους αντάρτες. Η πρώτη του μάχη είναι ένα μακελειό, οι Γερμανοί καίνε ένα ολόκληρο χωριό, μετά από αυτή την εμπειρία ο Ηνίοχος θα συνεχίσει τη δική του Αντίσταση. Απελευθέρωση, εμφύλιος πόλεμος, εκτοπισμοί στη Μακρόνησο. Τα ζει όλα, προσπαθεί να καταλάβει, δεν εμπλέκεται ψυχί τε και σώματι, αλλά κρατάει μια κριτική στάση.«Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα ζούμε σε σύγκρουση», λέει ο Δαμιανός. Δανείστηκε το αιώνιο σύμβολο, τον Ηνίοχο των Δελφών, για να δείξει αυτόν ακριβώς τον αγώνα που συνεχίζεται, τη ζωή που συνεχίζεται. Ο μπρούτζινος Ηνίοχος ατενίζει το μέλλον με ελπίδα.
Οι εικόνες με τις πράσινες βουνοπλαγιές και το γλέντι των ανταρτών, το πηγάδι είναι αυτές που θυμάμαι πιο έντονα. Αυτό που τώρα φαίνεται φολκλόρ ήταν κάποτε «εμείς» και η ταινία βοηθάει τη θύμηση να μην ξεθωριάζει.
Subscribe to:
Posts (Atom)

