Saturday, April 19, 2008

La Peau Douce (1964)

Όταν έχεις τη δική σου περίεργη ψυχολογία, το τελευταίο που μπορείς να αισθανθείς είναι μια κοινότοπη ιστορία μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας και του τραγικά απροσδόκητου τέλους της.

Πράγματα που έχουν περιγράψει όχι και λίγοι, άλλωστε, με λιγότερο ή περισσότερο βαρετό τρόπο, συναισθηματικά ή αποστασιοποιημένα, χιουμοριστικά ή μονότονα. Ένας εκδότης γνωρίζει μια νέα αεροσυνοδό και φέρεται σαν ηλίθιος από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτή δεν του ζητάει τίποτα και αυτός της τάζει διάφορα από το πουθενά, τη θέλει έτσι κι αλλιώς και αλλιώτικα, όχι όπως είναι, πάντως. Ονειρεύεται παντρειές και ιστορίες, μαλώνει με τη γυναίκα του, αλλά το νέο του αμόρε δε θέλει να τον φορτωθεί και δεν έχει παρά να του το πει, τελικά.

Ίσως είμαι λίγο άδικη, ίσως περιμένω πάντα πολλά και γι' αυτό κατρακυλάω στο βάθρο της ανικανοποίησης, αλλά το La Peau Douce (μτφ. Το απαλό δέρμα) το έγραψε και το σκηνοθέτησε ο πολύς Truffaut. Η πανέμορφη στ' αλήθεια νεαρή Dorleac είναι αυτό που αξίζει περισσότερο από όλη την ταινία, όπως και το πάντα ιδιαίτερο μάτι του σκηνοθέτη. Mise en scene ικανή να σε κρατήσει, όσο κι αν σε διώχνει η μουνταμάρα του formulaic story, αλλά τελικά, γιατί να χρειάζεται να βάζουμε τα πάντα στη ζυγαριά; Ειλικρινά, δε θα έχανα δυο ώρες από τη ζωή μου για την ταινία αυτή καθεαυτή, if not για τα εύσημα του σκηνοθέτη και των πρωταγωνιστών της.

Αυτά, για όποιον αναρωτιέται για τη Nouvelle Vague και το σύνολο των έργων της. Εντάξει, έχει και περίεργες στιγμές. Βέβαια, εδώ αξίζει κανείς να μάθει την εκδίκηση της συζύγου.

Tuesday, April 08, 2008

Sabrina Ouazani: Nuits d'Arabie


Η Sabrina Ouazani είναι μόλις 20 και φαίνεται να έχει ενώσει την τύχη της με τον Abdellatif (Abdel) Kechiche που σάρωσε φέτος τα César με το La Graine et le mulet (2007) στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Πέντε χρόνια πριν την πρωτοείδαμε στο προηγούμενό του και επίσης πανταχόθεν βραβευμένο L' Esquive, ύστερα στο κινηματογραφικό ντεμπούτο της Andriana Karembeu (τη γνωστή μας κάποτε Σκλεναρίκοβα) 3 petites filles, αλλά εντάξει, εκεί κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί της, γιατί άλλο ήταν προφανώς το ζητούμενο και μετά το φετεινό Κους Κους σήμερα αργά το βράδυ υποκλιθήκαμε στην εξωτική γοητεία της στην ευχάριστη λουξεμβουργέζικη ταινία Nuits d'Arabie, γιατί δυστυχώς αυτό όλο κι όλο που μας άφησε ο σκηνοθέτης να προσέξουμε. Το θέμα μου με όλη αυτή την ιστορία είναι το εξής ένα: δε βλέπω γιατί ένα τόσο φρέσκο και ελκυστικό πρόσωπο να έχει μέχρι τώρα σχεδόν περιοριστεί σε ρόλους φυλετικά (δλδ. σχετικά με τη φυλή, όχι το φύλο) συγκεκριμένους, παίζοντας χωρίς διακοπή την "ξένη", αυτή τη γοητευτική και μυστηριώδη άγνωστη ή την παιδούλα των banlieu ή κάτι που τονίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την μακρινή καταγωγή της. Πόσο πιθανό είναι να εξελιχθεί μια ηθοποιός όταν οι casting directors αποδεικνύονται τόσο φυσιογνωμικά προκατελειμένοι και ταυτίζουν το μελαψό χρώμα σταθερά με την Αλγερία και τις άλλες παλιές αραβικές τους αποικίες; Για του λόγου το αληθές ιδού ονόματα των ρόλων που έχει υποδυθεί η τύποις Γαλλίδα Sabrina: Khadija, Olfa, Farida, Rachida, Frida, Yamina. Κάπου εδώ παθαίνει κανείς σοκ ασυζητητί, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσπαθήσει να διακρίνει το ταλέντο της πέρα από το περιχαράκωμα των ρόλων της, ας πούμε στο Paris του Clapisch, αν τα καταφέρει.

Για την ιστορία να προσθέσω ότι οι Αραβικές Νύχτες μου θύμισαν ένα παλιό σεναριάκι του Paul Laverty για τον Ken Loach που έγινε τελικά το Carla's Song και αποδεικνύει περίτρανα ότι η περιπέτεια, το όνειρο, η φυγή και το άγνωστο είναι αυτά που πιο πολύ ελκύουν το same προς το other. Πολύ λιγότερο η εξωτερική εμφάνιση, γιατί όλα είναι στο μυαλό, τελικά.

Sunday, April 06, 2008

Τα παιδία παίζει: Melvil

Το αρκετά ευχάριστο, αλλά κυρίως ανεκδοτολογικό, ναρκισσιστικό πείραμα του ελλιποβαρούς enfant gâté Melvil Poupaud είχε το αθηναικό κοινό την τύχη να παρακολουθήσει χθες το βράδυ. Οποία τιμή, αν σκεφτεί κανείς ότι η ταινία αυτή προβάλλεται για τρίτη μόλις φορά από το 2006 που ολοκληρώθηκε, ύστερα από σύντομα μυστικά γυρίσματα και δύο χρόνια montage στο χαζο-i-film του Mac του Melvil. Πρώτη προβολή στις Κάννες, δεύτερη στο Μπουένος Άιρες και τρίτη στην Αθήνα, Κυρίες και Κύριοι, όσοι το χάσατε κλάψτε για να ξεθυμάνετε. Όσοι πάλι κάνετε κάτι παρόμοιο, μην περιμένετε να το δει ανθρώπου μάτι, γιατί, εντάξει, δεν είστε δα κι ο ωραίος Melvil.

Το πειραματικό τρίπτυχο Melvil του εκφραστικού Γάλλου ηθοποιού που αγαπήσαμε (εμείς και η παγκόσμια gay κοινότητα) κυρίως ως gay φωτογράφο που πεθαίνει από καρκίνο στο Le Temps qui Reste του Francois Ozon έχει ενδιαφέρον κατά βάση για όσους αγαπούν τον ηθοποιό και θέλουν να διεισδύσουν στην παλαβομάρα του. Στο πρώτο μέρος της ταινίας κυκλοφορεί σε ένα κατάφυτο ιρλανδέζικο δάσος ως εξωγήινο πλάσμα με τα οπτικά του νεύρα να του δίνουν εικόνα με αλλοιωμένα χρώματα για τον έξω κόσμο. Με ένα σώβρακο στο κεφάλι (μήπως οι Γάλλοι το έχουν αυτό ως εθνικό αστείο; Ξέρω έναν τουλάχιστον ακόμη που έκανε το ίδιο σε ιδιωτική του βέβαια στιγμή) περιφέρεται γύρω από πισίνες και κόσμο που κάνει barbecue και δεν του δίνει σημασία σαν αόρατος μυστικός πράκτορας του οποίου το σκοπό δεν αντιλαμβανόμαστε επακριβώς. Το δεύτερο μέρος είναι ολίγον βαρετό, σ’ αυτό ο Melvil κάνει χαριτωμενιές με την πραγματική του κορούλα, βλέπει την πρώην γυναίκα του να τον εγκαταλείπει μέσα σε κουνημένα πλάνα και να αγναντεύει τη θάλασσα και ούτω καθεξής. Το τρίτο μέρος, αισθητά πιο ενδιαφέρον για μας δεδομένου ότι βλέπουμε και making of από το Le Temps qui Reste, μας δίνει μια πιο χορταστική δόση Melvil, με το γυμνό του σώμα να ντύνεται και να ξεντύνεται άνετα και ηδονοβλεπτικά, να μπανιαρίζεται στο δωμάτιο ξενοδοχείου όπου περιμένει τον καιρό να φτιάξει για να συνεχιστεί το γύρισμα, να κοιμάται ιδρωμένος και να βλέπει ηλίθιους εφιάλτες ότι του πέφτει το δόντι και στο τέλος να μας χαρίζει και το πιο κοντινό δυνατό πλάνο του ξεψυχισμένου ζαρωμένου οργάνου του.

Κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Melvil που ήρθε πριν την έναρξη της ταινίας, αλλά και στο τέλος μαζί με τον Olivier Père που υποστήριξε, ως νονός της ταινίας, το παιχνιδιάρικο έργο του φίλου του, η ταινία παίζει με την έννοια του σωσία, με το ψάξιμο του ρόλου και το μέσα-έξω απ’ αυτόν, επίσης έχει ως θεματική της την πατρική φιγούρα και επιπλέον κάθε της μέρος λειτουργεί ως αυθαίρετο remake μιας ήδη υπάρχουσας ταινίας, όπως του Predator και του Le Temps qui Reste. Εμείς επιβεβαιώσαμε ότι ο Melvil παλιμπαιδίζει, όχι μόνο βλέποντας την ταινία, αλλά μαθαίνοντας με έκπληξη ότι δήλωσε ρητά πως βαριέται το σινεμά γιατί δυο ώρες για μια μόνο ταινία είναι πολλές γι’ αυτόν, και καταδέχεται να βλέπει μόνο σύντομες βλακειούλες στο youtube. Ηθοποιός που εκπλήσσει με το βάθος του, τελικά. Επειδή το βάθος ενός ηθοποιού λίγο ενδιαφέρει, όπως και να 'χει, όμως, θα τον δούμε και στο L'Heure Zero όπου τουλάχιστον κάνει μόνο αυτό που ξέρει καλά: παίζει έναν ρόλο που άλλοι έγραψαν και σκηνοθέτησαν ευτυχώς γι' αυτόν.