Showing posts with label Nightmare. Show all posts
Showing posts with label Nightmare. Show all posts

Saturday, February 23, 2008

Repulsion (1965)

Η Catherine Deneuve μπορεί να ήταν πάντα η icy femme fatale, αλλά δε θα ‘ταν και άτοπο να θυμηθούμε μια αραιά ή πιο πυκνή σχηματικότητα ορισμένων ρόλων της. Από τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα η συγκλονιστική ερμηνεία της στο Repulsion του Polanski, ο οποίος παρεμπιπτόντως μάλλον είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης που είχε την τύχη να έχει στο ενεργητικό του από μια ταινία και με τις δυο λαμπερές (αλλά όχι εξίσου τυχερές) αδερφές των γαλλικών sets τη δεκατία του εξήντα: τη Francoise Dorleac στο Cul-de-Sac ένα μόλις χρόνο πριν τη φάει το χώμα και τη Deneuve που ζει και βασιλεύει. Εδώ ίσως δε θα 'ταν αυθαίρετο να συμπεράνω ότι ο Polanski βγάζει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία από όποιον και να περιλάβει.

Θέλω να σταθώ επί τροχάδην σε αυτή την εφιαλτική ταινία που ο μαιτρ έδωσε σχετικά νωρίς κατά το σύντομο πέρασμά του από το Λονδίνο: μια ξανθιά παρθένα από το Βέλγιο, σεξουαλικά καταπιεσμένη, αλλά ταυτόχρονα με δείγματα αυτισμού (δεν είμαι ψυχολόγος, αλλά είναι σχεδόν προφανές) και απύθμενη ψυχολογική αστάθεια εν γένει μοιράζεται ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο με τη μεγαλύτερη αδερφή της, ενώ δουλεύει ως μανικιουρίστ. Εκτός των αγνώριστων ασπρόμαυρων εικόνων της αγαπημένης πρωτεύουσας στα μέσα του περασμένου αιώνα, απολαμβάνουμε και την ισότιμα αγνώριστη εικόνα μιας Deneuve με ατημέλητα ξανθά μαλλιά –ενώ την έχουμε συνηθίσει με στημένα χτενίσματα και αυστηρούς κότσους—να κρύβεται πίσω από τη μακριά της φράτζα και να τρέμει, όσο και να λαχταράει, τις επιθετικές προσεγγίσεις των αρσενικών.

Είναι νέα, όμορφη και μυστηριώδης, το μυαλό της όμως δουλεύει παράξενα και πλανιέται προς κατευθύνσεις άγριες, σαδομαζοχιστικές, ξέφρενες. Οι μέρες και οι νύχτες της περνούν αφόρητα: η γη και οι τοίχοι σκίζονται, βλέπει ρωγμές παντού, έξω από το παράθυρό της ακούει τα κοριτσάκια να παίζουν στο διπλανό μοναστήρι υπό τη εποπτεία των καλογραιών, στο διπλανό διαμέρισμα μια γυναίκα απολαμβάνει τον έρωτα (είναι στ’αλήθεια πολύ δύσκολο να διακρίνεις τα επιφωνήματα της απόλαυσης από αυτά του πόνου), ενώ ο εραστής της αδερφής της αφήνει αυθάδικα τα ξυριστικά του και την οδοντόβουρτσά του στο δικό της ποτήρι στο ράφι του μπάνιου. Ο εχθρικός έξω κόσμος εισβάλλει βίαια στο κεφάλι της, γι’ αυτό κι αυτή για να προστατευτεί κουβαλάει στην τσάντα της ένα κομμένο κεφάλι κουνελιού έτοιμου για ψήσιμο και πάει. Στις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς της ονειρεύεται βιασμούς –το βίτσιο της υποταγής το ξανακάνει δικό της παρέα με το Bunuel στο Belle de Jour—και αν κάποιος γίνει φορτικός, τον καθαρίζει, τον βυθίζει στην υπερχειλισμένη με νερό μπανιέρα και μετά κεντάει τραγουδώντας και μυξοκλαίγοντας μαζί.

Είναι όμως τυχερή: δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι γίνεται μέσα στο όμορφο κεφάλι της. Γι’ αυτό ο γαμπρός της(sic), όταν τη βρίσκει λιγοθυμισμένη με πτώματα παρατημένα εκεί γύρω, την παίρνει στα στιβαρά του μπράτσα και βγαίνει από το διαμέρισμα κακήν κακώς χωρίς καν να πάρει ασανσέρ, για το ασθενοφόρο τάχα, κοιτάζοντάς τη με βλέμμα λιγωμένο από τον πόθο.

Sunday, January 14, 2007

Εφιάλτης

Τεράστιο πάρκο το σούρουπο. Κάγκελα το περιφράζουν, είναι απόμερα, δεν ακούγονται φωνές ή ήχοι, ανησυχητικό ημίφως, σα σκυλί οσμίζομαι φόβο κάπου κοντά. Δεν είμαι μέσα, όχι, περπατώ έξω από τα κάγκελα, σύρριζα, δε βρίσκω είσοδο, τρέμω, αισθάνομαι αόρατα μάτια κακών ανθρώπων να με κατασκοπεύουν.

Κάποιος με πλευρίζει, μούρη εγκληματία με ρευστή, σπινθιρίζουσα κακία να βγαίνει από κάθε πόρο του. Δε θυμάμαι πια τι θέλει, αν θέλει να του δώσω τα λεφτά μου, την ψυχή μου ή τίποτάλλο, θυμάμαι μόνο το σφίξιμο στο στομάχι, τον άφωνο τρόμο που σχεδόν μου φέρνει λιγοθυμιά, και κάπου εκεί βλέπω την είσοδο στο πάρκο. Το χώμα γύρω με κάνει να θυμάμαι την Κοκκινοσκουφίτσα και τον κακό λύκο—δε νομίζω να κρατάω καλάθι—θέλω να κλάψω, θέλω να σωθώ από αυτό τον ψυχοφθόρο πόνο, αλλά κι άλλες δύσμορφες φάτσες μπλοκάρουν την είσοδο στην ύποπτη ασφάλεια της απομακρυσμένης συστάδας. Συνεχίζω με την πλάτη κολλημένη στα κάγκελα να απομακρύνομαι προς την αντίθετη κατεύθυνση, νομίζω ότι αισθάνομαι φως, δεν το βλέπω, απλώς είμαι σίγουρη ότι είναι εκεί, η αποπνικτική κακία λιγοστεύει, μπορώ να αναπνεύσω πιο ήρεμα και ξαφνικά ανοίγω τα μάτια.

Δεν είμαι σε εχθρικό περιβάλλον (με το κρεββάτι μου μοιάζει) όμως έτσι αισθάνομαι, το κορμί μου συνεχίζει να ιδρώνει, η καρδιά μου δεν έχει πια ρυθμό και τότε θυμάμαι τον τρόμο που και σήμερα καραδοκεί στον υπολογιστή μου.