Showing posts with label Polanski. Show all posts
Showing posts with label Polanski. Show all posts

Monday, September 23, 2013

Frantic (1988)

fran·tic (adj.)
1. Highly excited with strong emotion or frustration; frenzied: frantic with worry.
2. Characterized by rapid and disordered or nervous activity: made a frantic last-minute search for the lost key.
3. Archaic Mad; insane.

That's how  the Free Dictionary defines the title that Roman Polanski gave to his exciting thriller, and it got it all correct. There is a certain unpleasant incident/situation that makes Dr Richard Walker -played by a Harrison Ford who seems to be in his thirties, but is in his early forties instead- frantic in every possible sense; he is definitely frustrated, very emotional, making nervous/random efforts to re-establish order and he is taken for mentally ill for his efforts, not only by the police, but also by other people in his entourage.

The story goes like this: Dr Richard Walker, an American doctor arrives in Paris for a certain professional convention with his wife, expecting to have a second honeymoon of sorts. Having left their children back home, they expect some thrill for a change, to forget their peaceful  (read mundane) life, but not a thrill of this kind. They hardly had a relaxing shower in their hotel room (a reference to the shower scene we will never forget, hail Hitchcock), and Mr Walker realizes that Mrs Walker has gone missing. Nobody wants to take him seriously, but he is certain his wife knows no one in town and she would never leave without letting him know first.

Saturday, February 23, 2008

Repulsion (1965)

Η Catherine Deneuve μπορεί να ήταν πάντα η icy femme fatale, αλλά δε θα ‘ταν και άτοπο να θυμηθούμε μια αραιά ή πιο πυκνή σχηματικότητα ορισμένων ρόλων της. Από τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα η συγκλονιστική ερμηνεία της στο Repulsion του Polanski, ο οποίος παρεμπιπτόντως μάλλον είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης που είχε την τύχη να έχει στο ενεργητικό του από μια ταινία και με τις δυο λαμπερές (αλλά όχι εξίσου τυχερές) αδερφές των γαλλικών sets τη δεκατία του εξήντα: τη Francoise Dorleac στο Cul-de-Sac ένα μόλις χρόνο πριν τη φάει το χώμα και τη Deneuve που ζει και βασιλεύει. Εδώ ίσως δε θα 'ταν αυθαίρετο να συμπεράνω ότι ο Polanski βγάζει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία από όποιον και να περιλάβει.

Θέλω να σταθώ επί τροχάδην σε αυτή την εφιαλτική ταινία που ο μαιτρ έδωσε σχετικά νωρίς κατά το σύντομο πέρασμά του από το Λονδίνο: μια ξανθιά παρθένα από το Βέλγιο, σεξουαλικά καταπιεσμένη, αλλά ταυτόχρονα με δείγματα αυτισμού (δεν είμαι ψυχολόγος, αλλά είναι σχεδόν προφανές) και απύθμενη ψυχολογική αστάθεια εν γένει μοιράζεται ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο με τη μεγαλύτερη αδερφή της, ενώ δουλεύει ως μανικιουρίστ. Εκτός των αγνώριστων ασπρόμαυρων εικόνων της αγαπημένης πρωτεύουσας στα μέσα του περασμένου αιώνα, απολαμβάνουμε και την ισότιμα αγνώριστη εικόνα μιας Deneuve με ατημέλητα ξανθά μαλλιά –ενώ την έχουμε συνηθίσει με στημένα χτενίσματα και αυστηρούς κότσους—να κρύβεται πίσω από τη μακριά της φράτζα και να τρέμει, όσο και να λαχταράει, τις επιθετικές προσεγγίσεις των αρσενικών.

Είναι νέα, όμορφη και μυστηριώδης, το μυαλό της όμως δουλεύει παράξενα και πλανιέται προς κατευθύνσεις άγριες, σαδομαζοχιστικές, ξέφρενες. Οι μέρες και οι νύχτες της περνούν αφόρητα: η γη και οι τοίχοι σκίζονται, βλέπει ρωγμές παντού, έξω από το παράθυρό της ακούει τα κοριτσάκια να παίζουν στο διπλανό μοναστήρι υπό τη εποπτεία των καλογραιών, στο διπλανό διαμέρισμα μια γυναίκα απολαμβάνει τον έρωτα (είναι στ’αλήθεια πολύ δύσκολο να διακρίνεις τα επιφωνήματα της απόλαυσης από αυτά του πόνου), ενώ ο εραστής της αδερφής της αφήνει αυθάδικα τα ξυριστικά του και την οδοντόβουρτσά του στο δικό της ποτήρι στο ράφι του μπάνιου. Ο εχθρικός έξω κόσμος εισβάλλει βίαια στο κεφάλι της, γι’ αυτό κι αυτή για να προστατευτεί κουβαλάει στην τσάντα της ένα κομμένο κεφάλι κουνελιού έτοιμου για ψήσιμο και πάει. Στις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς της ονειρεύεται βιασμούς –το βίτσιο της υποταγής το ξανακάνει δικό της παρέα με το Bunuel στο Belle de Jour—και αν κάποιος γίνει φορτικός, τον καθαρίζει, τον βυθίζει στην υπερχειλισμένη με νερό μπανιέρα και μετά κεντάει τραγουδώντας και μυξοκλαίγοντας μαζί.

Είναι όμως τυχερή: δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι γίνεται μέσα στο όμορφο κεφάλι της. Γι’ αυτό ο γαμπρός της(sic), όταν τη βρίσκει λιγοθυμισμένη με πτώματα παρατημένα εκεί γύρω, την παίρνει στα στιβαρά του μπράτσα και βγαίνει από το διαμέρισμα κακήν κακώς χωρίς καν να πάρει ασανσέρ, για το ασθενοφόρο τάχα, κοιτάζοντάς τη με βλέμμα λιγωμένο από τον πόθο.

Saturday, February 09, 2008

Το πειρατικό του Κάπτεν Τζιμι

Τα τελευταία χρόνια οι πειρατές είναι πολύ της μόδας. Όχι μόνο επειδή συνδέθηκαν άρρηκτα πλέον με το Johnny Depp ως all time classic αξία, αλλά επειδή όλοι έχουμε μέσα μας κάτι από την παρανομία, τον τυχοδιωκτισμό και το ρομαντισμό τους. Κάθε Απόκριες, με παροιμιώδη αύξηση από τη γέννηση του Jack Sparrow το 2003, η πειρατική αμφίεση δίνει και παίρνει. Το ίδιο ενδέχεται να γίνει και φέτος --είδα ήδη πειρατικές βράκες και καπέλα σε βιτρίνες-- παρόλο που και το τρίτο sequel των Πειρατών της Καραϊβικής είναι πια παρελθόν. Δε μένει παρά να αναφωνήσουμε θλιμμένα, αχ, τι θα κάνουμε χωρίς πειρατές στον ορίζοντα (αλήθεια) ή να υποδαυλίζουμε της ελπίδες μας για καμιά νέα φιλόδοξη παραγωγή του είδους.

Και αν ο Captain Hook, ο αιώνιος αντίπαλος του Peter Pan, μας τρόμαζε με το γάντζο του στην ευαίσθητη ηλικία μας, δεν έγινε το ίδιο με την προσπάθεια αναβίωσης της πειρατικής ταινίας δυο περίπου δεκαετίες πριν από το σκηνοθέτη που κανείς δε θα περίμενε μια τέτοια κίνηση. Κι όμως, ο Roman Polanski αυτοπροσώπως, μετά από τα ψυχολογικά θρίλερ του και τα μωρά της Ροζμαρί, ένιωσε νοσταλγία για τις πειρατικές ταινίες –που εντάσσονται στο σχετικά παραπεταμένο swashbuckler genre, με συναδέλφους τους ταινίες που πιάνουν από τρεις σωματοφύλακες, μέχρι Ζορό, Ρομπέν των Δασών και ό,τι έχει να κάνει με ξιφομαχίες εν γένει και δη για τα μάτια μιας ανεκτίμητης γυναίκας—και έπλασε το δικό του Captain Red στο Pirates με υλικό τους προηγούμενους γενειοφόρους πειρατές και τη στιβαρή κορμοστασιά του Walter Matthau, του Fortune Cookie.

Παίρνοντας αποστάσεις από τα chic swashbuckler με τον Erol Flynn και πολύ μακριά ακόμη από τη gay-ίζουσα και ροκ φιγούρα που έπλασε ο Depp, o Polanski μας έδωσε ένα χοντροκομμένο κατεργάρη Captain Red που αγαπούσε, τι περίεργο, το χρυσό πιο πολύ από τον εαυτό του. “Easier to live without a head, than without gold, you numbskull!”, λέει στο συμπαθή Γάλλο βοηθό του εν ανομίαις Frog, όταν αυτός τον προτρέπει να πετάξει ό,τι απόμεινε από τα λάφυρα στη θάλασσα, για να μην κινήσουν υποψίες. Αυτή η εισαγωγική σεκάνς, άλλωστε, από το establishing shot της σχεδίας στη μέση του πουθενά με το καρχαρία να τους γυροφέρνει, μέχρι το ανέβασμα στην ισπανική γαλέρα, είναι από τις πιο γουστόζικες της ταινίες. Και η αγάπη για το χρυσό είναι το δεσπόζον, η παράλογη δύναμη που οδηγεί τον καπετάνιο στην περιπέτεια, κάνει χαλάστρα στο ειδύλλιο του Frog με την ισπανιδούλα ευγενή και τους γυρνάει εκεί που ξεκίνησαν. Μεσοπέλαγα.

Χιουμοριστικά ευρήματα διανθίζουν ολόκληρη την ταινία και οι έξυπνοι διάλογοι, ο χοντρόπετσος χαρακτήρας του Captain Red και ο απρόσκοπτος ρυθμός κάνουν την ταινία κάτι παραπάνω από συμπαθητική. Και τη βρίσκει κανείς τόσο εύκολα στο e-Mule. Ζήτω οι πειρατές, λοιπόν. Των ημερών μας και οι παλιοί, εξίσου.