Showing posts with label Asian Cinema. Show all posts
Showing posts with label Asian Cinema. Show all posts

Wednesday, November 14, 2007

Lust, Caution ή πως ανεξέλεγκτα αισθήματα που ελλοχεύουν τελικά σε σκοτώνουν

Πολλοί, μου φαίνεται, αδικούν τη νέα ταινία του Ang Lee, άλλοι πάλι τη χρίζουν αριστούργημα για τους λάθος λόγους. Ως σεναριακή πλοκή και (κυρίως) δομή το Lust, Caution δεν είναι ομολογουμένως και η πιο καλοφτιαγμένη ταινία που έχουμε δει, αφού ενδέχεται να κουράσει το θεατή της. Ένα ισχνό και απολιτίκ (όπως επιμένει ο cheaplog) short story της Eileen Chang δίνει σεναριακή τροφή σε μια ταινία διάρκειας δυόμισι ωρών. Ο ρυθμός αναμενόμενα είναι αργός και βασανιστικός με τη Σαγκάη και τα ήθη της να κυριαρχούν, γοητευτικά φωτογραφημένα από τον –άλλωστε, βραβευμένο ακριβώς γι' αυτό— Rodrigo Prieto. Πλουσιοπάροχα εσωτερικά σπιτιών και όμορφα ενδυματοαξεσουάρ εποχής κυριαρχούν σε κάποια από τα πλάνα, η πολύβουη πόλη σε άλλα, μέχρι τα γεγονότα που περιμένει ο θεατής να καταφθάσουν με μεγάλη λεπτομέρεια, ίσως λίγο αργότερα απ’ ότι αναμένονται. Οι σχοινοτενείς μάχες στο τραπέζι του mah jong είναι το βασικό clue του πρώτου μισού της ταινίας, κατ’ αναλογία της μάχης που δίνει η Wang -Wei Tang να μπει αποτελεσματικά στο πετσί του ρόλου της.

Το δεύτερο μισό, όταν πλέον μια σχέση μεταξύ του πρωταγωνιστικού ζεύγους έχει εδραιωθεί, είναι μεστό σε συναίσθημα. Όχι τόσο λαγνεία, ούτε τόσο πόθο, όσο ο τίτλος καταμαρτυρά. Αυτό το ακατάληπτο ξόρκι που φέρνει τη Wang κοντά στο Mr Yee δεν έχει, παραδόξως, καθαρά σαρκικό χαρακτήρα. Μεγαλειώδεις στιγμές κεντημένες σε βάθος με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις χτίζουν τη σχέση μεταξύ του σκληροπυρηνικού πολιτικού στελέχους της ιαπωνικής κυβέρνησης και της αθώας και πατριώτισσας φοιτήτριας. (Το πατριωτικό κίνητρο είναι αισθητά ασθενές επί τούτου, πιότερο φαίνεται να λαχταράει τη ζωή και την αδρεναλίνη της η νεαρή, παρά οτιδήποτε άλλο, δε θα επεκταθώ όμως σ’ αυτό). Η προοικονομία της ξαφνικής νεροποντής που βάζει τους μελλοντικούς εραστές να μοιράζονται την ίδια ομπρέλα, η συζήτηση πάνω στο παιχνίδι για το ράφτη, που έχει ως αποτέλεσμα να γίνει δήθεν αθέλητα η ανταλλαγή τηλεφώνου και ο συνδυασμός σιωπών και βλεμμάτων με νόημα που τελειώνει αιφνίδια με τη μετακόμιση του παντοδύναμου Mr Yee, αποτυπώνονται στη μνήμη και κερδίζουν άνετα βραβείο καλύτερα σκηνοθετημένων σκηνών.

Όταν, λίγα χρόνια μετά, η φιμωμένη έλξη του ζεύγους παίρνει το δρόμο της, η ταινία αποκτά το suspense των ταινιών κατασκοπείας και ταινιών με παράνομα πάθη ταυτόχρονα. Τι είναι το διαβρωτικό κάτι του οποίου γινόμαστε μάρτυρες; Κάποιου είδους σεξουαλική εξάρτηση εκ πρώτης όψεως, αλλά not quite. Μια βαθύτερη ανάγκη αναπτύσσεται ανάμεσά τους, μια ασταθής ισορροπία δύναμης και εξουσίας. Ένας στυγνός στην εξάσκηση της πολιτικής και χωρίς συναισθηματική ή σωματική διέξοδο κο(υ)ρε(ή α)σμένος σύζυγος σκοντάφτει επάνω στη γοητεία της αιθέριας Wang. Επόμενο είναι να αποζητήσει το σώμα της, όμως ζητάει κάτι παραπάνω από αυτό. Η πιο επιφυλακτική και ερμητικά σφραγισμένη προσωπικότητα πέφτει θύμα της αθωότητάς της, αλλά και του αδιεξόδου του. Τον βρίσκει, σαφώς, σε δύσκολη περίοδο, λίγο πριν φτάσει στα όριά του, και η πολιτική έγνοια και ένταση που τον τρώει νυχθημερόν ζητάει να καταλαγιάσει. Όμως αυτό που τους δένει αποκτάει καίρια οντότητα. Η μικρή δεν είναι το παιχνιδάκι του κυρίου για να ξεδίνει. Είναι αυτή που ξύπνησε μέσα του ναρκωμένα αισθήματα, την για πολύ καιρό χαμένη ανθρώπινη πλευρά του. Αυτή που του προσφέρει απλόχερα πνευματική (και σωματική) αγαλλίαση.

Τι είναι, όμως, αυτός γι’ αυτήν; Το μίσος ή η απέχθεια προς τον εχθρό της, το κατασκοπικό της μένος φιμώνεται, όπως προείπα, απόλυτα συνειδητά από το Lee. Η ψυχρότητά της στις συναντήσεις με τους εκπροσώπους της αντίστασης είναι παροιμιώδης, το ξέσπασμά της για τον εχθρό που σωματικά του παραδίδεται, που την αλώνει πιο βαθιά, βαθύτερα από τη μήτρα της, είναι κάπως πιο κοντά στην αλήθεια. Ύπουλα συναισθήματα, που δεν ονομάζονται εύκολα, ορθώνονται, μοιάζουν πάντως με αγάπη, με αφοσίωση που οδηγούν στην αυτοθυσία ή αυτοκαταστροφή. (Η λέξη αυτοθυσία αρμόζει μόνο όταν δίνει κανείς τη ζωή του χάρισμα για ανώτερες αξίες όπως πατρίδες και τέτοια, δεν είναι τάχα η αγάπη μια από αυτές;) Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται στην καλύτερη σκηνή της ταινίας, τη σκηνή του κοσμηματοπωλείου, όταν γίνεται η παραλαβή του ανεκτίμητου δαχτυλιδιού. Το ύποπτο γράμμα με μόνο την κάρτα του Yee, αποτελεί τελικά τη μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης εκ μέρους του. Ακόμη και μετά απ’ αυτό, ακόμη της περνάει από το μυαλό να τον προδώσει. Όχι ότι φτάνει μέχρι τέλους, λακίζει, του λέει με την αναπνοή που έχει χάσει τον ήρεμο ρυθμό της "Φύγε τώρα" και γνωρίζει με βεβαιότητα ότι έχει υπογράψει τη θανατική της καταδίκη. Αυτός θα γλιτώσει από την κακοστημένη παγίδα, όχι όμως αυτή από την τιμωρία. Τη δέχεται αγόγγυστα, είναι σαφώς ένοχη στα μάτια όσων η σκέψη εξισώνεται με την πράξη. Η τιμωρία της είναι αμείλικτη, αλλά και οι δυο γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί. Είναι όμως και η δική του τιμωρία. Η μελλοντική του ζωή έχει στοιχειωθεί από το άδειο της κρεβάτι και πάνω από αυτό το κρεβάτι θα θρηνεί βουβά για πάντα.

Tuesday, September 04, 2007

Help me Eros: Venice Premiere

Πίσω στη Βενετία, το πιο ξεχωριστό -- τουλάχιστον από εικαστικής πλευράς-- φιλμ τυγχάνει να είναι ταιβανέζικο, παραγωγής Tsai Ming-liang, και να ασχολείται με τολμηρές φαντασιώσεις σε άριστα χορογραφημένες έως ακροβατικές στάσεις. Τι κάνει κάποιος όταν δουλεύει στο χρηματιστήριο και ξαφνικά χάνει τη δουλειά του; Μαστουρώνει ατέλειωτα κλεισμένος σπίτι και ποτίζει τη γλαστρούλα με το χασίς του (ως άλλο βασιλικό), μέχρι που σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Μην έχοντας να κρατηθεί από κάπου, τηλεφωνεί σε lifesaving hotline (ναι, από αυτές που μιλούν γλυκά και συνετά στους απελπισμένους). Κάποια μακρινή φωνή τον συντρέχει, αυτός φαντασιώνεται με τη φωνή, επειδή όμως χρειάζεται και εικόνα, διαλέγει την κοπέλα που πουλάει φυστίκια κάτω απ' το παραθύρι του.

Ο Lee Sheng-Kang που έπαιζε στο φρικτά κουραστικό I don't want to sleep alone και το έτερο προκλητικό Wayward Cloud, και τα δυο του Ming-liang, συνεχίζει την ανιούσα πορεία του ως σκηνοθέτης ακολουθώντας τα βήματα του δασκάλου του. Μετά την πρώτη του ταινία The Missing(2003) που βραβεύσαμε κι εμείς, ως ιδιαίτερα διορατικοί, στις Νύχτες Πρεμιέρας, έρχεται να κάνει σούσουρο με το Help me Eros (Bang Bang Wo, Ai Shen) με αλλοπρόσαλλο ρεαλισμό, χιούμορ και μαύρη κατάληξη. Τον στηρίζουν περήφανα σ' αυτό οι γλυκύτατες πρωταγωνίστριές του.

Saturday, May 27, 2006

Tony Takitani: η ομορφιά της τέχνης

Όταν βλέπεις μια ταινία, πότε καταλαβαίνεις αν σ’αρέσει; Μόλις πέφτουν οι τίτλοι; Με το πρώτο πλάνο; Στο πρώτο δεκάλεπτο, στη μέση ή στο τέλος; Άραγε περιμένεις να βγεις από το σκοτάδι του σινεμά στο φως, περιμένεις να τη σκεφτείς και να την ξανασκεφτείς(όπως κάνουν οι ξενέρωτοι ακαδημαικοί) ή να τη συζητήσεις ρουφώντας αχόρταγα τον καπνό του τσιγάρου σου;

Αν είσαι της σκέψης και της περίσκεψης, μη δεις αυτή την ταινία. Θα χαλάσεις την αύρα της με την πολυλογία σου, θα θολώσεις την ομορφιά της με τους αχνούς που η φαιά ουσία σου θα στείλει προς την οθόνη από το αγκομαχητό. Η ομορφιά της τέχνης πρέπει να μείνει ατόφια, η αλήθεια των εικόνων φωνάζει στιγμιαία και αν εσύ δεν την ακούς, καλύτερα μην χάνεις το χρόνο σου.

Μια στο τόσο, βρίσκεται μια ταινία που είναι πραγματικά αυτό που λέει η λέξη: πολύχρωμη ταινία από διάφανες εικόνες που ξετυλίγονται από τη μπομπίνα για να ξεχυθούν σ’ένα άσπρο πανί λουσμένες στο φως. Δεν είναι ένα παραμύθι, ούτε έξυπνες σκέψεις, ούτε φιλοσοφίες του διψασμένου που ζητάει ζείδωρα νάματα, ούτε αληθινή ζωή. Είναι καθαρή ομορφιά, ροή εικόνων αλλοτινών, όχι όπως θα τις έβλεπε η ίριδα του ματιού μας σε μια βόλτα στην πόλη, ίσως μόνο όπως θα τις βλέπαμε στα όνειρά μας. Μια τέτοιου είδους ταινία δεν είναι εμπορικό προϊόν—ή καλύτερα, για όποιους λόγους και να γυρίστηκε, δε μοιάζει με τέτοιο. Μοιάζει φτιαγμένη για γκαλερί ή για μέρη που εκθέτουν όμορφα πράγματα, κάθε πλάνο μπορεί κάλλιστα να κρεμαστεί στον τοίχο ως ευφάνταστη φωτογραφία.

Μια ταινία που προσπαθεί να αγνοήσει το μέσον δια του οποίου πραγματοποιείται, δεν είναι άσχημη, αλλά είναι ιερόσυλη. Ένα βιβλίο πάντα γράφεται σε χαρτί, πάντα γράφεται με μελάνι, όσο και να βυθιζόμαστε μέσα του πάντα έχουμε μπροστά μας λέξεις γραμμένες σε χαρτί με μελάνι. Μια ταινία που αποσιωπεί την παρουσία της κάμερας και προσπαθεί να τακτοποιήσει τις εικόνες έτσι σα να τις συνέλαβε η περαστική ματιά του θεατή, είναι αχάριστη. Γιατί μια κάμερα μπορεί να δει με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, αλλά διαφορετικούς από τα μάτια ενός ανθρώπινου πλάσματος και είναι κρίμα κάποιος να της στερεί αυτή την ικανότητα.

Ο Jun Ichikawa με τον Taishi Hirokawa επέλεξαν να βάλουν την κάμερα όπου εκείνη ήθελε. Και αυτή η κάμερα διάλεξε το μέρος έναντι του όλου, το σχήμα, την υφή, το φως ή το σκοτάδι με γνώμονα ένα γούστο πιο εκλεπτυσμένο και σίγουρα πιο εκκεντρικό από αυτό του Hollywood. Πίνακας με παλ χρώματα, χωρίς εξάρσεις και κραυγαλέες αντιθέσεις, η αύρα που αναδίδει η ταινία μοιάζει με άρωμα ιαπωνικού κήπου. Ο Issey Ogata είναι ο μοναχικός Tony Takitani που ποτέ δεν αισθάνθηκε μοναξιά, μέχρι που την έχασε. Το παίξιμό του είναι τόσο ρευστό και ήρεμο όσο και οι κινήσεις της κάμερας. Ο ρυθμός του ταυτίζεται με το ρυθμό του μάυρου ματιού που τον σημαδεύει, ο πόνος του είναι τόσο βουβός που δεν τον αντέχεις. Ο ανείπωτος λυρισμός (στην εποχή του χύμα), ξενίζει και τρομοκρατεί, αν είσαι όμως τυχερός σε ρουφάει μέσα του σαν κενό αέρος και βγαίνεις από την αίθουσα λίγο πιο ανάλαφρος.

Αν θέλεις να χαθείς μέσα στη διήγηση, αυτή η ταινία σίγουρα δεν είναι για σένα, γιατί μοιάζει λιγάκι με μια ονειρική εφαρμογή της αποστασιοποίησης του Μπρεχτ. Οι ήρωες είναι ταυτόχρονα μέσα και έξω από την κατάσταση που ζουν, η κάμερα κάνει αισθητή την παρουσία της και πολλά πλάνα αντιστέκονται σθεναρά στις αρχές οπτικής οργάνωσης της Gestalt. Αν πάλι προτιμάς να δίνεσαι στις εικόνες, τότε ίσως αξίζει να προσπαθήσεις.

Όσο για το story και άλλα τέτοια παρωχημένα, αυτά θα τα βρείς παντού, άσκοπο να τα επαναλάβω. Βέβαια, ακόμη κι αν πας να συναντήσεις τον Tony Takitani (2004) for such trivialities, ακόμη και τότε δε θα σε απογοητεύσει.