Showing posts with label lust. Show all posts
Showing posts with label lust. Show all posts

Monday, August 01, 2011

Much Ado About Nothing

I have been quite busy dealing with cinema lately, old and new, but nothing was astounding enough to make me contribute a whole post to it. Or, better, I was enthused with an old Hitchcock and then planning to write a short and funny post on exploitation cinema and even to start swearing (always in a post) at church and monks and sins and all that --apparently Vincent Cassel did not manage to console my rage against the machine of faith-- but, guess what: no time to lose in reciting these days, I am busy doing. No time to step back and see if I did it right, why, how, could I do it better, could I have not done it at all or this and that.

I will find some time soon, for the moment I can only hold you back, keep you away from going to watch Le Moine with Cassel, it is slow-paced, banale, uninspired and with a horrible ending. It depicts faith with bleak colours, but it still pisses me off to see that believers still exist nonetheless.

Then, here comes a funny trivium, and also pure evidence on the heavy smoking that takes place in film shootings: when Vincent walks towards the city to visit a certain house and give some comfort with his words to a miserable mother, we clearly see a cigarette end laying on the ground. Someone forgot to clean the place and then someone else didn't bother to do the right editing to erase its trace --maybe he thought that the audience is dumb and/or blind. But, there was something that the film got right: the omnipotent carnal lust.

It is there, believe me; even a bright spirit is unable to fight it, god knows why.

Wednesday, November 14, 2007

Lust, Caution ή πως ανεξέλεγκτα αισθήματα που ελλοχεύουν τελικά σε σκοτώνουν

Πολλοί, μου φαίνεται, αδικούν τη νέα ταινία του Ang Lee, άλλοι πάλι τη χρίζουν αριστούργημα για τους λάθος λόγους. Ως σεναριακή πλοκή και (κυρίως) δομή το Lust, Caution δεν είναι ομολογουμένως και η πιο καλοφτιαγμένη ταινία που έχουμε δει, αφού ενδέχεται να κουράσει το θεατή της. Ένα ισχνό και απολιτίκ (όπως επιμένει ο cheaplog) short story της Eileen Chang δίνει σεναριακή τροφή σε μια ταινία διάρκειας δυόμισι ωρών. Ο ρυθμός αναμενόμενα είναι αργός και βασανιστικός με τη Σαγκάη και τα ήθη της να κυριαρχούν, γοητευτικά φωτογραφημένα από τον –άλλωστε, βραβευμένο ακριβώς γι' αυτό— Rodrigo Prieto. Πλουσιοπάροχα εσωτερικά σπιτιών και όμορφα ενδυματοαξεσουάρ εποχής κυριαρχούν σε κάποια από τα πλάνα, η πολύβουη πόλη σε άλλα, μέχρι τα γεγονότα που περιμένει ο θεατής να καταφθάσουν με μεγάλη λεπτομέρεια, ίσως λίγο αργότερα απ’ ότι αναμένονται. Οι σχοινοτενείς μάχες στο τραπέζι του mah jong είναι το βασικό clue του πρώτου μισού της ταινίας, κατ’ αναλογία της μάχης που δίνει η Wang -Wei Tang να μπει αποτελεσματικά στο πετσί του ρόλου της.

Το δεύτερο μισό, όταν πλέον μια σχέση μεταξύ του πρωταγωνιστικού ζεύγους έχει εδραιωθεί, είναι μεστό σε συναίσθημα. Όχι τόσο λαγνεία, ούτε τόσο πόθο, όσο ο τίτλος καταμαρτυρά. Αυτό το ακατάληπτο ξόρκι που φέρνει τη Wang κοντά στο Mr Yee δεν έχει, παραδόξως, καθαρά σαρκικό χαρακτήρα. Μεγαλειώδεις στιγμές κεντημένες σε βάθος με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις χτίζουν τη σχέση μεταξύ του σκληροπυρηνικού πολιτικού στελέχους της ιαπωνικής κυβέρνησης και της αθώας και πατριώτισσας φοιτήτριας. (Το πατριωτικό κίνητρο είναι αισθητά ασθενές επί τούτου, πιότερο φαίνεται να λαχταράει τη ζωή και την αδρεναλίνη της η νεαρή, παρά οτιδήποτε άλλο, δε θα επεκταθώ όμως σ’ αυτό). Η προοικονομία της ξαφνικής νεροποντής που βάζει τους μελλοντικούς εραστές να μοιράζονται την ίδια ομπρέλα, η συζήτηση πάνω στο παιχνίδι για το ράφτη, που έχει ως αποτέλεσμα να γίνει δήθεν αθέλητα η ανταλλαγή τηλεφώνου και ο συνδυασμός σιωπών και βλεμμάτων με νόημα που τελειώνει αιφνίδια με τη μετακόμιση του παντοδύναμου Mr Yee, αποτυπώνονται στη μνήμη και κερδίζουν άνετα βραβείο καλύτερα σκηνοθετημένων σκηνών.

Όταν, λίγα χρόνια μετά, η φιμωμένη έλξη του ζεύγους παίρνει το δρόμο της, η ταινία αποκτά το suspense των ταινιών κατασκοπείας και ταινιών με παράνομα πάθη ταυτόχρονα. Τι είναι το διαβρωτικό κάτι του οποίου γινόμαστε μάρτυρες; Κάποιου είδους σεξουαλική εξάρτηση εκ πρώτης όψεως, αλλά not quite. Μια βαθύτερη ανάγκη αναπτύσσεται ανάμεσά τους, μια ασταθής ισορροπία δύναμης και εξουσίας. Ένας στυγνός στην εξάσκηση της πολιτικής και χωρίς συναισθηματική ή σωματική διέξοδο κο(υ)ρε(ή α)σμένος σύζυγος σκοντάφτει επάνω στη γοητεία της αιθέριας Wang. Επόμενο είναι να αποζητήσει το σώμα της, όμως ζητάει κάτι παραπάνω από αυτό. Η πιο επιφυλακτική και ερμητικά σφραγισμένη προσωπικότητα πέφτει θύμα της αθωότητάς της, αλλά και του αδιεξόδου του. Τον βρίσκει, σαφώς, σε δύσκολη περίοδο, λίγο πριν φτάσει στα όριά του, και η πολιτική έγνοια και ένταση που τον τρώει νυχθημερόν ζητάει να καταλαγιάσει. Όμως αυτό που τους δένει αποκτάει καίρια οντότητα. Η μικρή δεν είναι το παιχνιδάκι του κυρίου για να ξεδίνει. Είναι αυτή που ξύπνησε μέσα του ναρκωμένα αισθήματα, την για πολύ καιρό χαμένη ανθρώπινη πλευρά του. Αυτή που του προσφέρει απλόχερα πνευματική (και σωματική) αγαλλίαση.

Τι είναι, όμως, αυτός γι’ αυτήν; Το μίσος ή η απέχθεια προς τον εχθρό της, το κατασκοπικό της μένος φιμώνεται, όπως προείπα, απόλυτα συνειδητά από το Lee. Η ψυχρότητά της στις συναντήσεις με τους εκπροσώπους της αντίστασης είναι παροιμιώδης, το ξέσπασμά της για τον εχθρό που σωματικά του παραδίδεται, που την αλώνει πιο βαθιά, βαθύτερα από τη μήτρα της, είναι κάπως πιο κοντά στην αλήθεια. Ύπουλα συναισθήματα, που δεν ονομάζονται εύκολα, ορθώνονται, μοιάζουν πάντως με αγάπη, με αφοσίωση που οδηγούν στην αυτοθυσία ή αυτοκαταστροφή. (Η λέξη αυτοθυσία αρμόζει μόνο όταν δίνει κανείς τη ζωή του χάρισμα για ανώτερες αξίες όπως πατρίδες και τέτοια, δεν είναι τάχα η αγάπη μια από αυτές;) Όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται στην καλύτερη σκηνή της ταινίας, τη σκηνή του κοσμηματοπωλείου, όταν γίνεται η παραλαβή του ανεκτίμητου δαχτυλιδιού. Το ύποπτο γράμμα με μόνο την κάρτα του Yee, αποτελεί τελικά τη μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης εκ μέρους του. Ακόμη και μετά απ’ αυτό, ακόμη της περνάει από το μυαλό να τον προδώσει. Όχι ότι φτάνει μέχρι τέλους, λακίζει, του λέει με την αναπνοή που έχει χάσει τον ήρεμο ρυθμό της "Φύγε τώρα" και γνωρίζει με βεβαιότητα ότι έχει υπογράψει τη θανατική της καταδίκη. Αυτός θα γλιτώσει από την κακοστημένη παγίδα, όχι όμως αυτή από την τιμωρία. Τη δέχεται αγόγγυστα, είναι σαφώς ένοχη στα μάτια όσων η σκέψη εξισώνεται με την πράξη. Η τιμωρία της είναι αμείλικτη, αλλά και οι δυο γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί. Είναι όμως και η δική του τιμωρία. Η μελλοντική του ζωή έχει στοιχειωθεί από το άδειο της κρεβάτι και πάνω από αυτό το κρεβάτι θα θρηνεί βουβά για πάντα.

Sunday, March 18, 2007

Πόθος και Ψυχρότητα

Εκεί που το φανταστικό έχει την περισσότερη ισχύ ειν’ ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, καθώς χωρίζουν οι δυο εξαιτίας μιας ψυχρότητας που η γυναίκα την επικαλείται ολοένα και περισσότερο, κι η οποία τρομοκρατεί τον άντρα που τη λαχταράει.

Η ίδια η γυναίκα, τις πιο πολλές φορές, δεν ξέρει τι είναι τούτο το κακό που της στερεί τον πόθο. Δεν ξέρει, συχνότερα απ’ ότι θα νόμιζε κανείς, τι έιναι ο πόθος, πως εμφανίζεται στη γυναίκα, θαρρεί πως πρέπει να κάνει διάφορα για να τον ξανανιώσει με τη σειρά της όπως κάποιες άλλες γυναίκες.

Το μόνο που έχουμε να πούμε σ’ αυτό είναι το εξής: πως εκεί απ’ όπου νομίζουμε ότι το φανταστικό απουσιάζει, εκεί υπάρχει και πιο ισχυρό. Στην ψυχρότητα. Η ψυχρότητα είναι η φανταστική διάσταση του πόθου της γυναίκας για έναν άντρα ο οποίος δεν έχει ακόμα έρθει να την βρει, που ακόμα δεν τον ξέρει. Η γυναίκα μένει πιστή σ’ αυτόν τον άγνωστο, προτού ακόμη να του ανήκει. Η ψυχρότητα αποτελεί τον μη πόθο για όποιον δεν είναι ο άντρας εκείνος.

Marguerite Duras, La Vie Materielle, 1987
(στην ελληνική γλώσσα, Εξάντας, 1988)